Όταν ο Μιχάλης Πιερής, και πιθανόν τη προτροπή του Γ. Π. Σαββίδη, παραλείπει να καταγράψει το γεγονός ότι η 21η Απριλίου βρήκε το Ρένο Αποστολίδη κατηγορούμενο από τον ποιητή, σαφώς ξέρει γιατί το κάνει. Διότι αντιλαμβάνεται στη σωστή προοπτική του χρόνου ότι το γεγονός είναι κατάπτυστο. Ο Σινόπουλος, Πι Σινόπουλος όπως τον έλεγε ο Ρένος ήταν συμπλεγματικός και μάλιστα από σύμπλεγμα κατωτερότητας στο οποίο αντέτασσε μια μεγαλομανία ζωή και έργω. Και είναι αυτό το σύμπλεγμα που κατά βάθος τον οδήγησε στην άλλη ηλειακή μαλακία που είναι η δικομανία. Ο Γιώργης Παυλόπουλος μιλώντας μου για το θάνατο του Σινόπουλου στο πανεπιστήμιο της Πάτρας, μου είπε πως όταν μιλούσε κοκκίνιζε από υπεραιμία, πως έλεγε του Σεφέρη να παραμερίσει για να προβληθεί αυτός και πως εν τέλει αυτό τον έστειλε στον τάφο. Τη μέρα που πέθανε είχε πάλι συνομιλήσει με μια κοπέλα για τα ίδια γεγονότα και για την προβολή του, διαφώνησε, γύρισε στο ξενοδοχείο του και πέθανε. Κατά την άποψή μου και από όσα διάβασα, είναι σαφές ότι ο Σινόπουλος στη συγκεκριμένη περίπτωση διέπραξε αχρειότητα. Και με παραξενεύει που ο Χρήστος Ρουμελιωτάκης ενώ σε κείμενό του κατηγορεί το Ρένο που δεν αρνήθηκε να δημοσιεύει όπως γελοιωδώς είχαν αποφασίσει οι διανοούμενοι στην αρχή της Χούντας, δεν λέει λέξη γι αυτή τη δίκη. Σε μια εποχή που μιλάμε για τις θανάσιμες αντιφάσεις του Χάϊντεγγερ η ελληνική λογοτεχνία βάζει τα σκουπίδια της κάτω από το χαλί, φτιάχνει μια εικόνα ενός ήθους που ο Σινόπουλος δεν είχε. ¨Ηταν συμπλεγματικός και φιλόδικος και είχε όλα τα ελαττώματα του μεσαίας και προς τα κάτω τάξης ηλείου της εποχής του. Δεν έχει κανείς πάρα να δει την κονσόλα που χρησιμοποιούσε για γραφείο στο Ίδρυμα Σινοπούλου για υποψιαστεί πόσο γελοίος θα πρέπει να ήταν κάποιες φορές στη διεκδίκηση της δόξας του. Κόστος αναγκαίο για το έργο που έφτιαξε και συγγνωστό. Αντιφατικός, δηλαδή ανθρώπινος. Τώρα δεν καταλαβαίνω γιατί οι διαχειριστές της μνήμης του γίνονται αχρείοι δι' αποκρύψεων και το αποσιωπούν. Φαίνεται πως οι αχρειότητες δι αποσιωπήσεων ήταν η βαθιά Επιθεώρηση Τέχνης από τη μαγάρα της οποίας κάποιοι δεν έχουν ξεφύγει και ούτε θα ξεφύγουν ποτέ.(Ημιτελές, συνεχίζεται...)
Σάββατο 24 Ιουνίου 2017
Ο Ροϊδης και η μη ομολογημένη ομοφυλοφιλία
Για να γράφεις μια ζωή όπως ο Ροΐδης και να συντηρείς ενεργειακά αυτόν τον τρόπο γραφής μόνο ένας άνθρωπος με χαλασμένο συκώτι θα έκανε ή κάποιος ομοφυλόφιλος που η κοινωνική του θέση δεν του επιτρέπει να ομολογήσει την ομοφυλοφιλία του. Κάτι πολύ φυσικό την εποχή που έζησε ο Ροΐδης για τον οποίο σχέση με γυναίκα δεν ομολογείται στις βιογραφίες. Κάποτε θα πρέπει να γίνει μια μελέτη για το πότε παρουσιάστηκε η ομολογία έστω και με υπαινιγμούς της ομοφυλοφιλίας στην Ελληνική λογοτεχνία. Μιλάω για πριν το Μήτσο Παπανικολάου τον Καβάφη και το Λαπαθιώτη. Στατιστικά δεν μπορεί όλοι οι συγγραφείς μιας περιόδου να είναι ετεροφυλόφιλοι. Αν κρίνω λοιπόν από το διήγημα Ψυχολογία Συριανού Συζύγου, όλη η ενέργεια της ειρωνείας του Ροΐδη από κάπου πρέπει να τρέφεται και κάπου να στηρίζεται. Ψυχολογικά μιλώντας η θέση αυτή ευνούχου που παίρνει ο αφηγητής σε μένα τουλάχιστον αφήνει την εντύπωση ότι ο Ροϊδης ήταν μάλλον ομοφυλόφιλος και η γενικότερη ψυχολογία της γραφής του έχει ύφος ομοφυλοφίλου που δεν μπορούσε να το ομολογήσει. Ξέρουμε ότι αυτή είναι η πιο ανυπόφορη πλευρά της ομοφυλοφιλίας.
Μια ιδέα βέβαια ήταν, δεν κόπτομαι.
Μια ιδέα βέβαια ήταν, δεν κόπτομαι.
Ο Ντοστογιέβσκι μετά τη φυλακή
Όταν ο Ντοστογιέβσκι βγήκε από τη φυλακή μέσα στα άλλα που έκανε ήταν κι ένα εγκωμιαστικό ποίημα για τον τσάρο. Κάποιοι του επιτέθηκαν με άρθρο. Όταν ο Ντοστογιέβσκι το έμαθε είπε στον αδελφό του. Μου επιτίθενται, άρα έχω ακόμη αξία. Κι αποφάσισε να κάνει ένα περιοδικό. Δεν είδα κάποιον ως τώρα, εκτός κι αν ήταν στο Πλανόδιον ή στο περιοδικό το Δέντρο, δεν ξέρω, να ασχοληθεί με το γεγονός ως στοιχείο αξιολόγησης του Ντοστογιέβσκι. Με αυτά ασχολούνται συνήθως οι περιοδικάριοι που δεν ξέρουν κάποια ξένη γλώσσα και άτομα που από αυταρχικούς γονείς έχουν γίνει εισαγγελείς σε κάθε τι με το οποίο ασχολούνται. Κάποτε παρασυρμένος από όλους αυτούς και τα περιοδικά τους που έριχναν στην πιάτσα τόννους τέτοια δηλητήρια, κοιτάξτε τα ανώνυμα σχόλια, το έπαιξα κι εγώ γι αυτό το ξέρω τόσο καλά. Με βοήθησαν και οι ίδιοι με τον τρόπο που αποκαλύφθηκαν στις δικές εναντίον μου που έχασαν. Για τον ίδιο λόγο καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί ο Ντοστογιέβσκι γύρισε γεμάτος σχέδια από το κάτεργο. Το μικρό τους ταλέντο ήθελε να με κάνει γεμάτο χολή και πικρία για τη ζωή. Που να ήξεραν οι μαύροι τί ζούσα και πώς το ζούσα, όταν αυτοί ο ένας μου έλεγε πόσο βαριέται τη γυναίκα του κι εγώ κατάλαβα πως γουστάρει αγοράκια κι ο άλλος ήθελε να υπερασπιστεί την τιμή εκείνης που μπροστά μου τον ξέχεζε η αδελφή του τηλεφωνικώς σε μέρα κρίσιμη. Ένα είναι το ζήτημα: να ξυπνάς το πρωί με το μυαλό, όχι σε διάφορους ελάχιστους που πέρασαν τη ζωή τους σαν παιδιά με βρώμικα πόδια που τα κυνηγάει ο θυρωρός της πολυκατοικίας γιατί πάτησαν το χαλί της εισόδου., αλλά στο Ντοστογιέβσκι.
Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017
Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Δανεικά κι αγύριστα
Δεν μπορεί κανείς να κατακρίνει τη Γεωργία Τριανταφυλλίδου να χρησιμοποιεί τη ρεκλάμα που μου έλεγε η Ιωάννα Τσάτσου, και να κατεβαίνει οργανωμένη στο τερραίν της δημοσιότητας. Η πρώτη σεντονιάδα που εμφανίστηκε τουλάχιστον μου φάνηκε προκλητική. Άλλο ρεκλάμα άλλο αρχηγική εμφάνιση και δια αυλής. Το άρθρο εμφανίστηκε στη ναυαρχίδα της διαδικτυακής πληροφόρησης που είναι η σελίδα του βιβλιοπωλείου Πολιτεία. Κατέγραψα την αντίδρασή μου εν θερμώ στο φέισμπουκ και την παραθέτω εδώ:
Η Γεωργία Τριανταφυλλίδου, γνώστης του άγχους της επίδρασης συνεχίζει την ποιητική συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη, Πεταμένα Λεφτά, από τον τίτλο κιόλας της τελευταίας της συλλογής Δανεικά κι Αγύριστα... Στη σημαδεμένη τράπουλα της δημοσιότητας που παίζει λόγω συζύγου και διαπλοκής, θα μένει πάντα υπερεκτιμημένη και η μόνη αληθινή κριτική που της αξίζει για να συνεχιστούν οι τίτλοι είναι Σε Γιατρούς και Δικηγόρους.
Θολά ποιήματα με δάνεια μαγκιά από μια φιλόλογο που επιθύμησε νυχτερινό σουλάτσο σε σκυλάδικα και οι γλάστρες της πίστας παίρνουν την εκδίκησή τους από τις σπασίκλες συμμαθήτριες. Οι σεντονιάδες για το από τρίτο χέρι αυθεντικό να λείπουν.
Το μόνο που θα ήθελα να προσθέσω ως πρόθεση, αλλά κατά την άποψή μου αποτυχημένη του βιβλίου, είναι αυτός ο συνδυασμός πλοκής και ευρηματικότητας στο ποίημα. Το ένα αποτυχημένο από μια θολότητα που συσκοτίζει το τι θέλει τελικά να ελκύσει το ποίημα ως νόημα, μάλλον γιατί το γλωσσικό βίωμα δεν το υποστηρίζει, και το δεύτερο γιατί θύει στον τρέχοντα μανιερισμό ποιημάτων που εξυπαναδίζουν.
Η Γεωργία Τριανταφυλλίδου διαθέτει όλα τα μέσα ώστε να πετύχει την υπερεκτίμηση μιας μέτριας συλλογής που είναι κατά την άποψή μου η συγκεκριμένη. Δεν είναι η πρώτη η μόνη και η χειρότερη που επιχειρεί κάτι τέτοιο. Αλλά εγώ μιλάω για ποίηση και όχι για τη ρεκλάμα της. Αν αποφασίσει να τραβήξει αυτό το δρόμο, ξέρω ότι θα λάβει υπόψιν της πιο σοβαρά τα γραφόμενά μου και θα συμμερίζεται μαζί μου με αστεία διάθεση την αμετροέπεια της αγοράς που κατά το καβαφικό "αν είχε διατάξει θα έβγαζαν πρώτο και το κουτσό της αμάξι". Αδιαφορώ πλήρως για τη δουλικότητα και τα σάλια του τρέχοντος κριτικού λόγου. Τα ποιήματα είναι κακά, ο Μαρωνίτης πέθανε και η ποιήτρια κατά την ταπεινή μου συμβουλή πρέπει να ψάξει άλλο ήθος που θα της δώσει άλλο ύφος γραφής.
Οι εξωνυμένοι και η δημοσιοχεσιακοί μπορούν να ουρλιάζουν ελεύθερα στην καθημερινή τους άγρα αριστουργημάτων. Φούσκωσέ το πατριώτη, με το ζύγι θα το πάρω.
Απλά σκέφτομαι πως στην τρέχουσα διαστροφή της δημοσιότητας για να μάθεις μιαν αληθινή γνώμη, θα πρέπει να έχεις την ευφυΐα του πουλιού που το σκάτωσε η αγελάδα. Όποιος μιλάει καλά για το βιβλίο σου δεν είναι σίγουρα φίλος του βιβλίου σου κι όποιος μιλάει κακά δεν είναι σίγουρα εχθρός της τέχνης σου.
Καλές πωλήσεις Γεωργία μου κι αντί να κάνεις βόλτες σε τραπέζια με μικρούς καβαφολόγους και αυλές στα προαύλια εκθέσεων βιβλίου και συστάσεις του συζύγου από περίπτερο σε περίπτερο κοίτα να γράφεις κανένα καλό ποίημα. Ο μεγάλος πεθαμένος ποιητής σου μας βλέπει και τους δυο, και μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνια.
Φιλιά, και η αγάπη που σου είχα, δανεική κι αγύριστη κι αυτή.
Η Γεωργία Τριανταφυλλίδου, γνώστης του άγχους της επίδρασης συνεχίζει την ποιητική συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη, Πεταμένα Λεφτά, από τον τίτλο κιόλας της τελευταίας της συλλογής Δανεικά κι Αγύριστα... Στη σημαδεμένη τράπουλα της δημοσιότητας που παίζει λόγω συζύγου και διαπλοκής, θα μένει πάντα υπερεκτιμημένη και η μόνη αληθινή κριτική που της αξίζει για να συνεχιστούν οι τίτλοι είναι Σε Γιατρούς και Δικηγόρους.
Θολά ποιήματα με δάνεια μαγκιά από μια φιλόλογο που επιθύμησε νυχτερινό σουλάτσο σε σκυλάδικα και οι γλάστρες της πίστας παίρνουν την εκδίκησή τους από τις σπασίκλες συμμαθήτριες. Οι σεντονιάδες για το από τρίτο χέρι αυθεντικό να λείπουν.
Το μόνο που θα ήθελα να προσθέσω ως πρόθεση, αλλά κατά την άποψή μου αποτυχημένη του βιβλίου, είναι αυτός ο συνδυασμός πλοκής και ευρηματικότητας στο ποίημα. Το ένα αποτυχημένο από μια θολότητα που συσκοτίζει το τι θέλει τελικά να ελκύσει το ποίημα ως νόημα, μάλλον γιατί το γλωσσικό βίωμα δεν το υποστηρίζει, και το δεύτερο γιατί θύει στον τρέχοντα μανιερισμό ποιημάτων που εξυπαναδίζουν.
Η Γεωργία Τριανταφυλλίδου διαθέτει όλα τα μέσα ώστε να πετύχει την υπερεκτίμηση μιας μέτριας συλλογής που είναι κατά την άποψή μου η συγκεκριμένη. Δεν είναι η πρώτη η μόνη και η χειρότερη που επιχειρεί κάτι τέτοιο. Αλλά εγώ μιλάω για ποίηση και όχι για τη ρεκλάμα της. Αν αποφασίσει να τραβήξει αυτό το δρόμο, ξέρω ότι θα λάβει υπόψιν της πιο σοβαρά τα γραφόμενά μου και θα συμμερίζεται μαζί μου με αστεία διάθεση την αμετροέπεια της αγοράς που κατά το καβαφικό "αν είχε διατάξει θα έβγαζαν πρώτο και το κουτσό της αμάξι". Αδιαφορώ πλήρως για τη δουλικότητα και τα σάλια του τρέχοντος κριτικού λόγου. Τα ποιήματα είναι κακά, ο Μαρωνίτης πέθανε και η ποιήτρια κατά την ταπεινή μου συμβουλή πρέπει να ψάξει άλλο ήθος που θα της δώσει άλλο ύφος γραφής.
Οι εξωνυμένοι και η δημοσιοχεσιακοί μπορούν να ουρλιάζουν ελεύθερα στην καθημερινή τους άγρα αριστουργημάτων. Φούσκωσέ το πατριώτη, με το ζύγι θα το πάρω.
Απλά σκέφτομαι πως στην τρέχουσα διαστροφή της δημοσιότητας για να μάθεις μιαν αληθινή γνώμη, θα πρέπει να έχεις την ευφυΐα του πουλιού που το σκάτωσε η αγελάδα. Όποιος μιλάει καλά για το βιβλίο σου δεν είναι σίγουρα φίλος του βιβλίου σου κι όποιος μιλάει κακά δεν είναι σίγουρα εχθρός της τέχνης σου.
Καλές πωλήσεις Γεωργία μου κι αντί να κάνεις βόλτες σε τραπέζια με μικρούς καβαφολόγους και αυλές στα προαύλια εκθέσεων βιβλίου και συστάσεις του συζύγου από περίπτερο σε περίπτερο κοίτα να γράφεις κανένα καλό ποίημα. Ο μεγάλος πεθαμένος ποιητής σου μας βλέπει και τους δυο, και μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνια.
Φιλιά, και η αγάπη που σου είχα, δανεική κι αγύριστη κι αυτή.
Δήμος Ελισσαίος, Μπήτι για μπήτι
Τρέχα μαλάκα παρανόϊα
μη βγει από μέσα σου ο φασί
φασίστας πατέρας σου
να πάρει μέτρα για τ' αρχίδια μου
θα σου γαμήσω στα εξήντα
την ωραία αδελφή
μη βγει από μέσα σου ο φασί
φασίστας πατέρας σου
να πάρει μέτρα για τ' αρχίδια μου
θα σου γαμήσω στα εξήντα
την ωραία αδελφή
που δε σου γάμησα μικρός
και θα κάνω παρέα
μονάχα με τον επιτυχημένο
αδελφό σου
που υπήρξε αλήθεια τουλάχιστον
τζάνκι, ληστής και ποινικός.
Μπήτι για μπήτι είσαι, μαύρε
όπως λεν κατω απ' τ' αυλάκι
Μπήτι για μπήτι.
και θα κάνω παρέα
μονάχα με τον επιτυχημένο
αδελφό σου
που υπήρξε αλήθεια τουλάχιστον
τζάνκι, ληστής και ποινικός.
Μπήτι για μπήτι είσαι, μαύρε
όπως λεν κατω απ' τ' αυλάκι
Μπήτι για μπήτι.
Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017
Γιώργης Παυλόπουλος, η ελλάσσων παραλλαγή
Το δημόσιο ενδιαφέρον που δόθηκε στο Γιώργη Παυλόπουλο, από τους κύκλους που δόθηκε, μοιάζει περισσότερο σαν ικανοποίηση του βαφτιστηριού για να χαρεί ο κουμπάρος. Και ο κουμπάρος στην περίπτωσή μας είναι ο Σεφέρης. Και από το θάνατο του Σεφέρη και κάτω οι γνωστές άκριτες κοινοτοπίες των γνωστών. Αυτό φαίνεται πολύ εύκολα με την αντιμετώπιση του τρίτου Ηλείου που είναι βέβαια ο Χρήστος Λάσκαρης. Για μένα αποτελούν μαζί με το Σινόπουλο το τριουμβιράτο των συμπατριωτών μου ποιητών του αιώνα που πέρασε. Αν εξαιρέσεις τρία τέσσερα ποιήματα που έγραψε ο Παυλόπουλος μετά το θάνατό του συμπατριώτη του, τα δύο τρίτα της παραγωγής του μοιάζουν με μια ελάσσονα ως προς την εμβέλεια παραλλαγή της ποίησης του Σινόπουλου. Ο Παυλόπουλος θέλει το ποίημα με μεγάλο χρόνο όπως οι μοντερνιστές αλλά έλκεται από αυτό θα λέγαμε ¨ηθογραφία". Αν με τον όρο θεωρήσουμε πως η αφορμή του ποιήματος είναι το παρόν και όχι το με φορά διάρκειας και μνημείωσης παρελθόν. Ο Παυλόπουλος υπογράφει ένα τουλάχιστον ποίημα σε συνεργασία με τον Σινόπουλο. Η ίδια η πλησία ανάγνωση αυτού του ποιήματος ( οι φιλολόγοι που είναι δουλειά τους, να δώσουν τα στοιχεία) μπορεί να δείξει τη δεσπόζουσα φωνή του Σινόπουλου πάνω στον Παυλόπουλο. Ο Παυλόπουλος, όσο αποκλίνει από το Σινόπουλο αποκλίνει προς τα μέσα, προς την ηλειακή ντοπιολαλιά και προς το ηλειακό περιστατικό. Από την άποψη αυτή αποτελεί δορυφόρο της σινοπουλικής ποίησης κατά τον τρόπο Γης και Σελήνης. Εικάζω ότι ο Σεφέρης αγάπησε την ποίησή του για τα στοιχεία αυτά της ντοπιολαλιάς, γιατί ο Παυλόπουλος έκανε ποίηση με το λεκτικό το πιο συντηρητικό που ο Σεφέρης έκανε τις μεταφράσεις του. Προσωπικά η γοητεία της βιογραφίας του, οι λίγες επαφές μας και η συμπάθεια της μορφής, δεν μου αφήνουν άλλη γρίλια για να μιλήσω για διακρίσεις περισσότερο απόσο εδώ. Η ποίησή του είναι λίγη και αναγνωστικά βατή. Δεν έχω κανένα λόγο να μη τη συστήσω, γιατί όλα δεν ανήκουν στο χώρο της ιστορίας της λογοτεχνίας αλλά υπάρχει χώρος και για την ιστορία της καρδιάς. Διαβάστε με δυσπιστία ότι γράφτηκε γι αυτόν, αλλά διαβάστε αυτόν και αποθέσετε πάνω στην ποίησή του. Δεν θα χάσετε. Η καινούρια έκδοση των ποιημάτων του στις Εκδόσεις Κίχλη, είναι μια καλή ευκαιρία.
Αναγνωρίσιμες φωνές κι αναγνωρισμένες γραφικότητες
Στην πληθική εποχή της ποίησης που ζούμε το να μιλάς γα αναγνωρίσιμες ήδη φωνές, εκεί όπου και οι τερματίζοντες την καριέρα τους ποιητές του συρφετού του 70 δεν έχουν αναγνωρισμότητα, δυο τινά συμβαίνουν:ή είσαι εντελώς γραφικός και στολίζεις τη γραφικότητά σου με κερασάκια ευηθείας, ή το χειρότερο γιατί στέκεσαι ανταγωνιστικά προς το κρινόμενο και υποδόρια το τορπιλίζεις με εσκεμμένη αμετροέπεια. Ότι και να συμβαίνει, οι δουλειές δεν πάνε καλά, περιοδικό έχει να βγει από το 2015, η τελευταία συλλογή πάτος. Σε λίγο ο πεθερός θα σου βγάλει τις βαλίτσες στο διάδρομο, συνηθίζεται.
Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017
Ο Μιζεραμπιλισμός του Δημήτρη Κανελλόπουλου
Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος στην τελευταία του συλλογή «Το Φράγμα της Μνήμης» υποτιμάει μονάχος του το ίδιο το υλικό του, δηλαδή το βίο του. Σε μια χώρα όπου ο κανόνας είναι οι περισσότεροι να παίρνουν λιγότερα απόσο αξίζουν εκείνος επιμένει να προβάλλει τον εαυτό του ως διακριτό παράδειγμα εν ζωή για την υποτίμηση που δήθεν υπέστη. Νεόθεν παράγοντας λογοτεχνικός και πολιτικός με φροντιστήρια, τώρα περιοδικό, διασυνδέσεις και διαπλοκές βαθύτατες με τον τόπο καταγωγής του, (θυμάμαι τώρα πως ως παράγων συμβούλευε να ψηφίσουν το Σάκη κι όχι τον Τάκη ή κάτι τέτοιο σε ιστολόγιο). Για να μην μπω στα προσωπικά, του δόθηκαν ευκαιρίες και στη λογοτεχνία που μάλλον απεμπόλησε λόγω χαρακτήρος, και οπουδήποτε αλλού. Εύθικτος και περιφερόμενος με ευκαιρίες που οι πιο πολλοί δεν έχουν δει καν στον ορίζοντά τους τα καταστρέφει κατά καιρούς όλα. Δεν είναι ζήτημα μιας κριτικής η διόρθωση του χαρακτήρος, αλλά μια ψυχανάλυση για να καταλάβει ότι δεν του φταίνε οι άλλοι αλλά ο χαρακτήρας του θα μπορούσε να του υποδειχθεί, με το δεδομένο ότι στο τελευταίο του βιβλίο δραματίζει τον βίο και τα πεπραγμένα του εν λογοτεχνία.
Η λογοτεχνία δεν αποτελεί χώρο δικαίωσης του περιεχομένου της βιογραφίας μας, αλλά χώρο δικαίωσης ενός ύφους που με το πως του δικαιώνει και τον βίο. Είναι στυλιστική η ψυχαναλυτική αναπλήρωση που παρέχει η λογοτεχνία κι όχι βιογραφική. Ο Κανελλόπουλος δείχνει να επείγεται να διακριθεί και νομίζει πως οι άλλοι τον εμποδίζουν, επειδή είναι βαθύτατα μιμητικός με την έννοια του Ζιράρ να κάνει χώμα κάθε τί που αγγίζει και να βλέπει ως χρυσάφι κάθε τι που ανήκει στους άλλους. Χωρίς να έχει συνείδηση ίσως πέφτει στη μεγάλη παγίδα της εποχής: το Μιζεραμπιλισμό. Ο μιζεραμπιλισμός, όπως τον αναφέρει πρόχειρα ο Ξενοφών Μπρουτζάκης σε μια διαδικτυακή κριτική του συνίσταται σε: (Την επίμαχη δε περίοδο γνωρίζει μέρες δόξας ο μιζεραμπιλισμός.) Πρόκειται για έναν νέο όρο που δημιουργήθηκε προκειμένου να αποτυπώσει τη λατρεία της μιζέριας, όπου μια κοινωνική ομάδα (ή ένα πρόσωπο) εμφανίζεται ως ιδιαίτερα αδικημένη, εξαθλιωμένη, πάσχουσα, υποφέρουσα τα πάνδεινα και λόγω όλων αυτών των δεινών εκθειάζεται διά μέσου των στερήσεών της, των αποκλεισμών της, της εν γένει εξαθλίωσής της. Στη φράση του Μπρουτζάκη προσθέσαμε σε παρένθεση το ( ή ένα πρόσωπο) για να φανεί πως ο Κανελλόπουλος επωμίζεται και εκφράζει ποιητικά την τρέχουσα παθολογία.
Είναι κρίμα ένας ποιητής που κατέχει τα στυλιστικά και σε εποχή ωριμότητας να θεματοποιεί μια κατά φαντασίαν το πιο πολύ μιζέρια και να έχει την αξίωση να δρέψει δάφνες για τον κόπο του. Για όσους δεν ξέρουν τα περιστατικά τους παραξενεύει η βιογραφία του που μόνο περθιωριακή δεν είναι. Για μας που τον ξέρουμε ως χαρακτήρα με παραφορές γίνεται καταγέλαστος παρακαλώντας ποιητικά μιαν αναγνώριση που του τη στερεί μονάχα η αστάθεια αρχών και η αεροβάμων ευθυξία του. Το βιβλίο κινδυνεύει να γίνει καταγέλαστο από τη μετωπική έκφραση των περιστατικών. Ίσως θα μπορούσε να το αποφύγει φτιάχνοντας ένα πρόσωπο σαν άλτερ έγκο όπου θα απέδιδε τα τεκαταινόμενα. Η επιθυμία του για παροντική δόξα και κλαυθμυρισμό δεν του το επέτρεψε. Έχει καιρό αν δεν κατατροπωθεί από τα γελάκια πίσω από την πλάτη του που θα τον συνοδεύουν και για ψυχανάλυση και για καινούριο βιβλίο.
Η λογοτεχνία δεν αποτελεί χώρο δικαίωσης του περιεχομένου της βιογραφίας μας, αλλά χώρο δικαίωσης ενός ύφους που με το πως του δικαιώνει και τον βίο. Είναι στυλιστική η ψυχαναλυτική αναπλήρωση που παρέχει η λογοτεχνία κι όχι βιογραφική. Ο Κανελλόπουλος δείχνει να επείγεται να διακριθεί και νομίζει πως οι άλλοι τον εμποδίζουν, επειδή είναι βαθύτατα μιμητικός με την έννοια του Ζιράρ να κάνει χώμα κάθε τί που αγγίζει και να βλέπει ως χρυσάφι κάθε τι που ανήκει στους άλλους. Χωρίς να έχει συνείδηση ίσως πέφτει στη μεγάλη παγίδα της εποχής: το Μιζεραμπιλισμό. Ο μιζεραμπιλισμός, όπως τον αναφέρει πρόχειρα ο Ξενοφών Μπρουτζάκης σε μια διαδικτυακή κριτική του συνίσταται σε: (Την επίμαχη δε περίοδο γνωρίζει μέρες δόξας ο μιζεραμπιλισμός.) Πρόκειται για έναν νέο όρο που δημιουργήθηκε προκειμένου να αποτυπώσει τη λατρεία της μιζέριας, όπου μια κοινωνική ομάδα (ή ένα πρόσωπο) εμφανίζεται ως ιδιαίτερα αδικημένη, εξαθλιωμένη, πάσχουσα, υποφέρουσα τα πάνδεινα και λόγω όλων αυτών των δεινών εκθειάζεται διά μέσου των στερήσεών της, των αποκλεισμών της, της εν γένει εξαθλίωσής της. Στη φράση του Μπρουτζάκη προσθέσαμε σε παρένθεση το ( ή ένα πρόσωπο) για να φανεί πως ο Κανελλόπουλος επωμίζεται και εκφράζει ποιητικά την τρέχουσα παθολογία.
Είναι κρίμα ένας ποιητής που κατέχει τα στυλιστικά και σε εποχή ωριμότητας να θεματοποιεί μια κατά φαντασίαν το πιο πολύ μιζέρια και να έχει την αξίωση να δρέψει δάφνες για τον κόπο του. Για όσους δεν ξέρουν τα περιστατικά τους παραξενεύει η βιογραφία του που μόνο περθιωριακή δεν είναι. Για μας που τον ξέρουμε ως χαρακτήρα με παραφορές γίνεται καταγέλαστος παρακαλώντας ποιητικά μιαν αναγνώριση που του τη στερεί μονάχα η αστάθεια αρχών και η αεροβάμων ευθυξία του. Το βιβλίο κινδυνεύει να γίνει καταγέλαστο από τη μετωπική έκφραση των περιστατικών. Ίσως θα μπορούσε να το αποφύγει φτιάχνοντας ένα πρόσωπο σαν άλτερ έγκο όπου θα απέδιδε τα τεκαταινόμενα. Η επιθυμία του για παροντική δόξα και κλαυθμυρισμό δεν του το επέτρεψε. Έχει καιρό αν δεν κατατροπωθεί από τα γελάκια πίσω από την πλάτη του που θα τον συνοδεύουν και για ψυχανάλυση και για καινούριο βιβλίο.
Τρίτη 20 Ιουνίου 2017
Και τρουμπέτες και νταούλια, ό, τι θέλω παίζω
Επειδή κάποιοι παραστρατημένοι θα περάσετε κι αποδώ
ας πούμε μερικά πραγματάκια:
Με μια ήττα και δυο νίκες εγώ έδωσα τη μάχη για το
ήθος στην ποίηση όπως το νιώθω κι όπως το κληρονόμησα.
Εσείς τι κάνατε, εκτός από το να με μισείτε για το ότι
αντιστάθηκα σε αυτό που σας συντρίβει;
Το δεύτερο είναι πως σε ανθρώπους σαν εμένα δίνεις κάτι παραπάνω
κι εσείς με υποτιμήσατε. Τώρα έχω το μαχαίρι και το πεπόνι,
εκδίδω μόνος μου, όπως φαίνεται έχω ζήσει μια ζωή καλύτερη
από τη μίζερη που έχει ζήσει η πλειοψηφία σας, εχω βήματα να
πάρω το λόγο που δεν έλεγχετε και κυρίως δεν υπάρχει τίποτα,
αργομισθία, τιμές, απολαβές που να θέλω ή να μπορείτε
να μου δώσετε. Άσε δηλαδή που βλέπω τις μούρες σας
και σκέφτομαι πως για σας δεν θέλω να γράφω επ' ουδενί.
Θα πάμε σκληρά ως το τέλος, για όσους πεθάνουν πριν από μένα
θα τα γραφω και στην κηδεία τους για να μαθαίνει ο κόσμος
τι κουμάσια υπήρξαν και πως κατεβάσαν τη λογοτεχνία
στο ύψος τους, εξευτελιζοντας την καθημερινότητά της.
Εγώ είμαι ετυχισμένος για το πως ήρθαν τα πράγματα
ελπίζω κι εσείς.
ας πούμε μερικά πραγματάκια:
Με μια ήττα και δυο νίκες εγώ έδωσα τη μάχη για το
ήθος στην ποίηση όπως το νιώθω κι όπως το κληρονόμησα.
Εσείς τι κάνατε, εκτός από το να με μισείτε για το ότι
αντιστάθηκα σε αυτό που σας συντρίβει;
Το δεύτερο είναι πως σε ανθρώπους σαν εμένα δίνεις κάτι παραπάνω
κι εσείς με υποτιμήσατε. Τώρα έχω το μαχαίρι και το πεπόνι,
εκδίδω μόνος μου, όπως φαίνεται έχω ζήσει μια ζωή καλύτερη
από τη μίζερη που έχει ζήσει η πλειοψηφία σας, εχω βήματα να
πάρω το λόγο που δεν έλεγχετε και κυρίως δεν υπάρχει τίποτα,
αργομισθία, τιμές, απολαβές που να θέλω ή να μπορείτε
να μου δώσετε. Άσε δηλαδή που βλέπω τις μούρες σας
και σκέφτομαι πως για σας δεν θέλω να γράφω επ' ουδενί.
Θα πάμε σκληρά ως το τέλος, για όσους πεθάνουν πριν από μένα
θα τα γραφω και στην κηδεία τους για να μαθαίνει ο κόσμος
τι κουμάσια υπήρξαν και πως κατεβάσαν τη λογοτεχνία
στο ύψος τους, εξευτελιζοντας την καθημερινότητά της.
Εγώ είμαι ετυχισμένος για το πως ήρθαν τα πράγματα
ελπίζω κι εσείς.
Και φιλική συμβουλή προς ομηλίκους και νεοτέρους:
Καλύτερα να μην αντιδράτε σε όσα γράφω όπως τα σοφά
τσογλάνια του 70 γιατί αλλιώς γίνεστε σκαλάκια στη φήμη μου.
Το να εξεγείρονται γραφικοί για τα αυτονόητα και να θέλουν
λογοκρισίες σε μια εποχή που εκτός παιδεραστίας και τρομοκρατίας
κάθε τι μπορεί να λεχθεί, είναι τουλάχιστον για γέλια.
Γι αυτό μη λέτε πολλά
γιατί το παρατήρητηριο του Ελσίνκι μας βλέπει.
Καλύτερα να μην αντιδράτε σε όσα γράφω όπως τα σοφά
τσογλάνια του 70 γιατί αλλιώς γίνεστε σκαλάκια στη φήμη μου.
Το να εξεγείρονται γραφικοί για τα αυτονόητα και να θέλουν
λογοκρισίες σε μια εποχή που εκτός παιδεραστίας και τρομοκρατίας
κάθε τι μπορεί να λεχθεί, είναι τουλάχιστον για γέλια.
Γι αυτό μη λέτε πολλά
γιατί το παρατήρητηριο του Ελσίνκι μας βλέπει.
Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017
Η τετραπλή μορφή του τίποτα, Λεοπόλδο Μαρία Πανέρο
Έμαθα εγώ να βλέπω το μυστήριο του στίχου
που είναι το μυστήριο που μόνο του ονομάζεται
το αγκίστρι καμωμένο από το τίποτα
υποσχεμένο στο ψάρι του χρόνου
που το στόμα του χωρίς δόντια δείχνει την καταγωγή του ποιήματος
στο τίποτα που πλέει πριν από τη λέξη
και που είναι διάφορη από το τίποτα που το ποίημα τραγουδάει
κι επίσης από αυτό το τίποτα όπου εκπνέει το ποίημα:
τρεις είναι λοιπόν οι μορφές του τίποτα
όμοιες γουρούνια και χορεύοντας γύρω από το ποίημα
δίπλα στο σπίτι που ο άνεμος έχει σωριάσει
κι αλίμονο σε όποιον είπε ένα είναι το τίποτα
απέναντι στο σπίτι που ο άνεμος έχει σωριάσει:
γιατί οι λύκοι κυνηγάνε το ξημέρωμα των μορφών
αυτό το ξημέρωμα που θυμίζει το τίποτα
τριπλό το τίποτα και τριπλό το ποίημα
φαντασία γραπτή κι ανάγνωση
και σελίδες που πέφτουν δοξάζοντας το τίποτα
το τίποτα που δεν είναι κενό αλλά ευρυχωρία λέξεων
ψάρια σεξπηρικά που ξεψυχούνε στην ακτή
περιμένοντας εκεί μέσα στα ερείπια του κόσμου
τον κύριο με περικεφαλαία και σπαθί
τον κύριο χωρίς καρπό του τίποτα.
Μάρτυρας είναι το πτώμα του εδώ που ξεψυχάει το ποίημα
που τίποτα δεν έγραψε και δεν εγράφτηκε ποτέ
κι αυτή είναι η τετραπλή μορφή του τίποτα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)