Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

ΒΙΒΛΙΟΡΑΦΕΙΟ, μια εκπομπή του Ηλία Μέλιου


Στο διαδικτυακό ρ/σ www.portokaliradio.gr ►►►►► ο ποιητής Βασίλης Λαλιώτης την Τετάρτη 20 Μαΐου 2015 στις 4-5 μ.μ.
στο ΒΙΒΛΙΟΡΑΦΕΙΟ, μια εκπομπή του Ηλία Μέλιου για τα βιβλία και τους αναγνώστες
Ο Βασίλης Λαλιώτης, ποιητής, κριτικός, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και δάσκαλος των ισπανικών, γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1959. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα και ισπανικά στη Σαλαμάνκα. Έχει συνεργαστεί και συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και διαδικτυακά. Είναι υπεύθυνος των εκδόσεων «Ενδυμίων» και παραγωγός στο διαδικτυακό ρ/σ Clipart Radio.
Έργα του: «Η μαθητεία της πλοκής» (1985), «Το τραγούδι της επιστροφής» (1989), «Η ζωοφόρος» (1994), «Το ένδοξο πένθος» (1997), «Πρόσωπο και είδωλο του Γ. Θέμελη» (1999), «Η μνηστή της Κορίνθου» (2008), «Poste Restante» (2011), «Μάσενκα» (2012).
Έχει μεταφράσει έργα των Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Πάμπλο Νερούδα, Αντόνιο Πόρτσια, Μιγκέλ Ερνάντεθ, Λουίς Μπουνιουέλ, Ραμόν Γκόμεθ ντε λα Σέρνα, Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Χούλιο Κορτάσαρ, Νικολάς Γκιγιέν, Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, κ.ά.

Τρίτη 19 Μαΐου 2015

Όμφακες


Την έκφραση «που λέει ο λόγος» την παρεμβάλλουμε στην ομιλία μας για να μετριάσουμε μια υπερβολή που είπαμε, για να προειδοποιήσουμε τον συνομιλητή μας να μην πάρει τα λεγόμενά μας τοις μετρητοίς αλλά ως σχήμα λόγου. «Όταν αρχίζει να ροχαλίζει, μου έρχεται να τον σκοτώσω, που λέει ο λόγος». Δεν θα τον σκοτώσει, ας κοιμάται ήσυχος (αλλά, ει δυνατόν, ήσυχα) ο λεγάμενος. Συχνά, τη χρησιμοποιούμε ύστερα από μια παροιμιακή έκφραση, δηλώνοντας ότι δεν πρέπει να εκληφθεί κυριολεκτικά η έκφραση.
Αυτά ο Σαραντάκος

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Ακαριαίο

Οι λέξεις είναι γκόμενες.

Λαγικά

Δεν ξέρω αν είναι σταλινική πρακτική να αρνείσαι το πασιφανές, αλλά συνηθίζεται στη λογοτεχνία. Η μία κάνει παστίς της Βακαλό, αλλά είναι το μόνο που δεν αναφέρεται. Ο Μαρωνίτης κάποτε πάλευε δυο ώρες να μην αναφέρει το όνομα του Μπέκετ μιλώντας για το Χειμωνά... Στα πλαίσια αυτά ο κος Κώστας Βούλγαρης, αφού μετά μια δεκαετία επληροφορήθη την έννοια της λέξης παστίς, ανακάλυψε πως το μεγαλύτερο μέρος του κόρπους του ποιητικού έργου του Λάγιου δεν είναι παστίς. Σας γελούν τα μάτια σας.
Ε, αφού δεν είναι κε Βούλγαρη, δεν είναι, και εσχάτως είδα πολλούς ιπταμένους γαϊδάρους στην Αρκαδία. ( Ο ίδιος βέβαια χωρίς να το καταλάβει, συσχετίζοντας Λάγιο και Σολωμό με άλλες αμετροέπειες, ως το συνηθά, έφτασε κοντά στο να καταλάβει ότι το αποστρογγυλεμένο έργο του Λάγιου περιέχει μιμητικές μεταθέσεις ως αδρανή υλικά και φραγμέντα πρωτότυπα, γεγονός που φαίνεται και από τις παραθέσεις ποιημάτων του.
Αν εξαιρέσεις δυο μπαλάντες κι ένα σονέτο οι αναγνώστες δεν βρίσκουν να κάνουν παραπομπές. Μια σοβαρή φιλολογία αντί να προσπαθεί να μας τυφλώσει με τις εμμονές της, καλό θα ήταν να αρχίσει να απομονώνει τα ζωτικά φραγμέντα της ποίησης του Λάγιου και να τα κάνει μιαν ανθολογία, όπως ο Χριστιανόπουλος έκανε τους δεκαπεντασύλλαβους του Σολωμού. Αλλά αυτά για να τα πιάσει ο κος Βούλγαρης θέλει μια τριακονταετία, οπότε είναι αμφίβολο αν θα ζούμε.)

Το Τελευταίο Ποίημα του Βαρβέρη

Αρχίζει στάση Περισσός, και κατεβαίνεις
αριστερά μάντρα ωραία με γραφίτες
και πίσω βράδυ πλήθος καντηλάκια
πάει σαν κουτσός τακούνια το βαγόνι
και σου έρχεται έτσι ανάποδα κι ωραία
και χρονομετρημένο πέντε δεύτερα...
- Γειά σου Γιαννάκη ζει η γενιά του εβδομήντα;

Πέφτει μια στάχτη ανάμεσα στα φρύδια
σταθμός Άνω Πατήσια ματαιότητος
το τελευταίο ποίημα του Βαρβέρη.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Της Πύλης Εξοδούχων

από βιολοντσελάκι άλλο τίποτα, αλλά πρόσεχε γιατί είναι κατασκευή, το εγώ είναι το πρώτο πρόσωπο του ρήματος, δεν είμαι εγώ, κανείς, μια άδεια θέση κατά το λάθος του να δικαιωθεί ο καθένας, μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου εδώ όλα τα λάθη αναγνωρίζονται, ας πούμε μηδέν τίποτα με τις αγάπες να μετράς αυτό που δεν σε αγάπησε, τι ωραίο τέσσερα βιβλία λάθος, κανείς, τότε σε ποιόν μιλούσες, τενεκεδάκια ντοματόσουπας με χωρίς πάτο, φάγανε λεξούλες, μην ενοχλείς αυτόν που δεν σ' αγάπησε, υπάρχει κάτι ήπιο γεμάτο χρόνο και διάψευση, η γυρισμένη πλάτη δεν απαντάει, δεν έχει και δεν απαντάει, δεν λυγίζει, δεν κάνει το τζάμι της δάκρυ, δαγκώνει ένα καθρέφτη και πάει στη μοίρα της, κανείς, γέμισε ο κόσμος άπονα μάτια διακείμενο, πιάνω για λίγο αυτό το εγώ, το πρώτο πρόσωπο του ρήματος, ρολάκι, περάστε κόσμε, το πρώτο πρόσωπο του ρήματος ισχυρίζεται ότι πονάει, κανείς, δεν πονάει και να μπορεί να γράφει ότι πονάει, ο πόνος είναι εκτός γραφής, η λέξη πόνος θέλει και δεν θέλει τον πόνο μας, δώσε πόνο μαλάκα, απότυχε καλύτερα, κανείς, κατάλαβες κανείς, κανείς δεν πήρε τα λόγια των ποιημάτων από όσους ήθελες, αμεταποίητος, ματαιότητα ταγισμένη λόγια, όποιος πάει στη γωνία του να πεθάνει, να πεθάνει, κανείς, αυτοδίδακτε πότε να ζήσεις πότε να μάθεις, η ζωή είναι μία και κάθε αλήθεια της κοστίζει από έναν, κανείς, πάμε κάπου που δεν έχει λέξεις

Υπογλώσσιο

Φεύγεις από τα ελληνικά όπως ο κανείς που έπαθε πονόδοντο στη Βαλένθια κι άφησε το βαπόρι κι έμεινε στο Εμπορειό, που το ακούει τώρα σαν Αμπούριας, να μιλάει μόνο ισπανικά και τα ελληνικά απομέσα του και το μάνα του γίνεται μάδρε και είναι άλλο. Μόνο ανάμεσα σε δυο γλώσσες είσαι ελεύθερος πατρίδος σε ένα χώρο κενό να καταλαβαίνεις τον Μπέκετ με τόσο προς μετάφρασιν μέσα σου ένθεν και ένθεν βραδύγλωσσος, έχοντας μεταφράσει Λόρκα στα Ελληνικά και Καβάφη στα Ισπανικά για να ανοίξεις αυτό το πουθενά που κάνει πιο ευθύ το θάνατο. Πως να πεθάνει κάποιος άραγε Ελληνικά ή Ισπανικά; Θα δείξει η γλώσσα του πόνου. Ω μητέρα σταθερή παρηγόρησις, κονσουέλο εστάμπλε, φλόρες παρά λος μουέρτος κε Λαρυέλ. Δεν υπάρχει τονική, τα μέρη του πίνακα φεύγουν άτακτα εκτός κάδρου, οι λέξεις εκτός προτάσεως... ό, τι εμπιέθα εν εσπανιόλ τελειώνει ελληνικά και τούμπαλιν ή βίθε βέρσα. Μεταποιείς ελληνικό θάνατο ισπανικό έρωτα πάμε πάλι. Πουές ότρα βεθ. Το τρένο που κατεβάζει από Σαλονίκη έχει τελευταίο σταθμό Σεβίλλη ή Βαρκελώνη από σεβασμό στον κοινό παράλληλο, σε κυνηγούν ελληνικές λέξεις σε ισπανικό όνειρο, ντεσπιέρτατε, πως το λένε... ξύπνα, πρέπει να διαλέξεις μια γλώσσα για να πεθάνεις, έτσι ανάμεσα δεν έχεις όνομα. Διστάζεις στη λέξη για τον πόνο, τον έρωτα, την αγάπη κι έτσι η δεν πονάς ή πονάς διπλά που είναι το ίδιο. Δεν έχει ποίημα δι εσέ δεν έχει οδό.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Ρεζουμέ

Παίξτε και βλέπουμε.

Προς Χάρη Βρόντο

Όταν πριν πολλά χρόνια εξέφρασα εις εκκλησίδιον μετά καφενείου της Πλατείας Κλαυθμώνος, πάλαι ποτέ τόπος συναθροίσεως των φίλων του λησμονημένου Σωτήρη Σκίππη και του περιοδικού Πλανόδιον ( τυχαίο; ) τις αμφιβολίες μου για την αυθεντικότητα του ποιητικού εγχειρήματος του Χάρη Β, ο κος Βρόντος ( ωραίο όνομα για μουσικό!) με καταβρόντισε ότι ζηλεύω και επιβουλεύομαι την δόξαν του Χάρη Β. Τώρα αρθρογραφεί εις τον Νέον Πλανόδιον, με νέον μένος και νέαν γνώμην με νέαν αφέλειαν ότι υπήρξε θύμα καθώς έκανε όπερα με λιμπρέτο το πλέον κατηγορούμενο κείμενο του Χάρη Β για λογοκλοπή. Νέος στην εξαπάτηση, νέος στο φρόνημα, νέος στις προειδοποιήσεις, νέος στην οργή, ως εάν κανείς να μην τον είχε προειδοποιήσει και μάλιστα εγκαίρως. Γι αυτό και ως απάντησιν δια τις τότε απαντήσεις του έχω να γράψω εις δεύτερον πρόσωπον το εξής: Αφού βρε Χαρούλη μου Βρόντε δεν ήξερες και δεν είχες κριτήριο όταν σε προειδοποιούσα, γιατί δεν καθόσουν καλύτερα να πουλάς λεκάνες και πλακάκια όπως χρόνια έκανες; Τι τις ήθελες τις Όπερες, μου λες; Και τώρα διαμαρτύρεσαι. Στο βιβλίο για το Χάρη Β και τις λογοκλοπές που θα γράψω όταν έλθει η ώρα θα ανοίγω τα λογοτεχνικά ευρήματα προς το φαινόμενο, άξιο ψυχολογικής μελέτης, ενός ανθρώπου που μιλάει μονάχα με τσιτάτα για το κάθε τι και μάλιστα χρησιμοποιεί δυο τη φορά σε μερικές περιπτώσεις, το λεγόμενο τσιτάτο κόντρα. Φαινόμενο που περισσότερο κρυμμένο συνοδεύει γνωστό ρακοσυλλέκτη φράσεων εγκρίτου λογοτεχνικού περιοδικού.

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Ραβασάκι

Είναι δικαίωμά σας να ψάχνετε πληροφόρηση
είναι δικαίωμά μου να μη σας τη δίνω.
Είναι δικαίωμά σας να παίζετε με την ελπίδα
για να αδυνατίσετε τα συναισθήματα της μάχης
είναι δικαίωμά μου να μην ελπίζω σε τίποτα.
Είναι δικαίωμά σας να πληρώνετε από ένα
είναι άνεσή μου να πληρώνω από δύο.
Μην έχετε καμιάν αμφιβολία ότι θα πληρωθούμε
όλοι όπως αξίζει στον καθένα.