Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Ελίσσης 2

Το τι είναι η μελωδία, το πως είναι η αρμονία της γραφής...
Ευτυχής εκείνος που έχει αρκετή μελωδία για τον αρχάριο
και αρκετή αρμονία για τον απαιτητικό.


Το Σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα, το έκκεντρο
- Η κόρη της Λιμπράδα, η ανύπαντρη, έκανε ένα γιο ποιός ξέρει με ποιόν.
-Γιο;
- Και για να κρύψει τη ντροπή της τον σκότωσε και τον έχωσε κάτω από κάτι πέτρες, αλλά κάτι σκυλιά με πιο ευσπλαχνία από πολλά πλάσματα, τον πήραν και σαν οδηγημένα από το χέρι του Θεού, τον είχαν απιθώσει ένα βήμα απ' την πόρτα της. Τώρα θέλουν να τη σκοτώσουν. Την φέρνουνε τραβώντας προς την κατηφόρα, κι από τα στρατόνια και τα λιοστάσια έρχονται οι άντρες τρέχοντας, δίνοντας κάτι φωνές που τρομάζουν τον κάμπο.
Αυτό είναι όλο το έργο. Η έκκεντρη αυτή αναφορά προεξοφλεί και το Θάνατο της Αντέλας, γιατί προεξοφλεί την εγκυμοσύνη της και τις συνέπειές της. Σαν τραγικός φόνος εκτός σκηνής σαν απειλή τιμωρίας που είναι χειρότερη από τιμωρία. Δεν θα έβαζα ποτέ τη Μπερνάντα Άλμπα να λέει είναι παρθένα. Το κορίτσι αφίληγο που μου είπε η γιαγιά της για τη Σοφία και το κοιμάται παρθένα σεμνή του Σολωμού άκυρα. Ιστορικά δε λέει το πράγμα. Θα αναδιέτασα την πλοκή και θα έβαζα ένα πρόσωπο της Σάρα Κέιν, μια ψυχασθενή ανύπαντρη μητέρα να έκανε το φόνο επειδή διάβαζε τη Μπερνάρντα Άλμπα. Το έργο του Λόρκα είναι μια τραγωδία για αυτούς που δεν έχουν λόγο μπροστά στην κοινωνική ιστορία. Είναι οι λόγοι των υπό εποπτείαν. Των Υπόγειων. Αυτό τρέφει ενεργειακά το έργο. Όταν το είχα δει στη σκηνοθεσία της Τότας Σακελλαρίου πρόσεξα τη φράση. Το χωριάτικο κουτσομπολιό του πολιτισμού της ντροπής μετατοπίζεται στις ειδήσεις του αστυνομικού δελτίου. Η μάνα μου ίσως το είχε δει στην τηλεόραση με την Κατσέλη... θα πρέπει να ένιωσε πολύ κοντά στο Λόρκα. Ήξερε αυτή.


Μη υπάρξαν
Ένα στα τρία ήταν αεροβαφτισμένο, τόσο γεννιούνταν κοντά στο θάνατο. Το ' πιαναν το παιδί από τις μασχάλες και το έκαναν όπως ο παπάς: και το όνομα αυτού... Η Τούλα του Λ. γυναίκα τέτοια, από την Καρδίτσα λέγανε, που πήγαινε κοντά στο μετέπειτα γυμνάσιο θηλέων με παντελόνι ριγέ γαλάζιο στενό και κοντό στον αστράγαλο με σκίσιμο να πάρει πελάτες και τη ρώτησα που πας και μου λέει στο εργοστάσιο, έτσι, από την Πάτρα ως τον Πύργο μόνο η Ελίσσα έχει τέτοιο εργοστάσιο, ακόμα και τώρα εκεί κατά το Γεράκι. Έμενε δίπλα σε νοικιάρικο όταν φώναξαν ξαφνικά την κυρά Σοφία. Η Τούλα ήταν έγκυος έξη μηνών, το πράγμα δεν πήγε καλά κι είχε γεννήσει το μωρό και την φώναξαν να το αεροβαφτίσει. Η κυρά Σοφία με το όνομα της πεθαμένης ετεροθαλούς αδελφής, με το μισό της όνομα στο θάνατο ήξερε από αυτά. Είχε τη σκληρότητα να θρέφει κοτόπουλα και μετά να τους κόβει το λαιμό να φάει ο καλεσμένος. Πήγε δίπλα και γύρισε κατακόκκινη κι είχε και μένα να ρωτάω τι ήταν το αεροβάφτισμα. Πως το έβγαλες της είπα: Μηνά, σαν τον πατέρα μου. Τότε δεν καταλάβαινα τις αρμονικές του πράγματος μα σήμερα θέλω να γράψω: Εσύ που σώζεις τα ονόματα που φροντίζεις και τα στρουθία του ουρανού σώσε και το όνομα του μικρού Μηνά που γεννήθηκε και πέθανε, που να το θάψαν άραγε το έξη μηνών παιδάκι, και που για το νόμο θεωρείται ως μη υπάρξαν εκεί όπου και η μάνα μου έζησε από ζωντανή: Στον κήπο με τα ονόματα των αθώων νεκρών
Περιέργεια
Όταν τους πέρασαν από τον Ανακριτή στο Αστυνομικό τμήμα, ο κόσμος βγήκε να πάρει το δίκιο στα χέρια του. Έχεις δει την τελευταία σκηνή της Αναπαράστασης του Αγγελόπουλου; Ε, έτσι. Αδελφή και γαμπρός το είχαν σκοτώσει το παιδί για κτηματικά και μια πελάτισσα στου Τσάφα είπε μέσα σε λυγμό ότι το κεφάλι ήταν χωρισμένο από το σώμα και ότι τα κοράκια του είχαν φάει τα μάτια. Ήρθε ο Καψάσκης, ο ιατροδικαστής απ' την Αθήνα για νεκροψία στο κοιμητήριο στην Αγιατριάδα... Πήρα το ποδήλατο και πονηρά τράβηξα για εκεί. Μεσημεράκι, ερημιά. Στο σπιτάκι της εισόδου το άδειο φέρετρο για το φτωχό που ο πατέρας είπε δώρησε κάποιος και τον έθαψαν τυλιγμένο σε σεντόνι. Τι άλλο ήθελε η καρδιά για να πάει να σπάσει. Πήρα το ανηφοράκι με το πετάλι να πηγαίνει το ποδήλατο σιγά και με πήρε η μυρουδιά. Δεν ήταν μυρουδιά απλώς, ήταν η αποφορά του τετραημέρου φίλου του Χριστού Λαζάρου. Ένα τραπέζι πίσω από την εκκλησία κι απάνω το παιδί που τα κοράκια του είχαν φάει τα μάτια μέσα σε νάιλον από τα θερμοκήπια και λευκά σεντόνια. Πλησίασα όσο μου επέτρεψε ο τρελός χτύπος της καρδιάς μου. Άλλο δεν είδα.


Διαλέχτε!
Στου Στραβογιάννη να πας να πάρεις κόλες να κόψουμε, να σκουπίζει το ξυράφι από τον αφρό στα ξυρίσματα. Ποιός τη χάρη μου, ειδικά εκεί στο χείμαρρο Σοχιά που έλεγε η πατριδογνωσία και όπου οι αδελφοί Κρινά όλοι περιβολάρηδες κι ένας ταξίτζής πρόσφεραν χρώματα ζαρζαβατικών εποχής στα μάτια και εισαγωγή στο σχολείον του εμπρεσιονισμού, λέω τώρα.
Πιο σημαντικό όμως ήταν ο ψαράς ο ασημολέπης με το στρατσόχαρτο στο χέρι τα ψάρια του στον πάγο και το χέρι του που έριχνε το νερό από τον κουβά για να μένουν φρέσκα. Κοντόχοντρος μελαχρινός και με μουστάκα μαύρη, μάτια γουρλωτά που στους περαστικούς ψάχνανε πελάτη, φρουρός ποσειδωνίων υποθαλασσίων ανακτόρων που θα μπορούσε να έλεγε ο Παπαδιαμάντης, στεντόρεια φώναζε: Διε διε διε διε διε διεδεδιεδιέδιέ, ήτοι εις την γλώσσαν του μοιρολογίου της φώκιας: Διαλέχτε!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου