Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Ελίσσης

Αμμοχώσεις
Οι κάτοικοι της Ελίσσης είναι καμπίσιοι, δεν είναι θαλασσινοί. Μπορεί να ψήνονται από τον ήλιο στο μποστάνι, δίπλα στο κύμα, μα δε θαλασσοβρέχονται. Το μαύρο ψιλοκοπάκι το τσίτι με τα γκρίζα ανθάκια που επιτρέπουν οι χήρες στην καλοκαιρινή τους εμφάνιση και η ομπρέλα η μαύρη η ξασπρισμένη από το δάρσιμο με βροχές και ήλιο. Δεν υπάρχει χρώμα ζωγράφου για να το δώσει αυτό, αλλά θριαμβεύει στη φωτογραφία. Και ξαφνικά μου ήρθαν τα παιδιά της κατασκήνωσης που τρώνε φακές σε εμαγιέ πιάτα και χτυπάνε τα κουτάλια αναγγέλοντας τη μεσημβρία με κρουστά. Με πιάνουν από το λαιμό, μου λένε σώσε αυτόν τον ήχο! Δεν πίστευα ποτέ πως έπρεπε να τα σώσω όλα αυτά. Ήταν η βάση, αυτό που δεν άλλαζε. Σαν τη φωτογραφία των Κέννεντυ στο ακραίο τροχόσπιτο με τη γαλάζια κουπαστή, σήμα κατατεθέν της Κουρούτας. Από τις μαύρες πάλι ομπρέλες στην αμμουδιά έβλεπες αυτούς που κάνουν αμμοχώσεις. Το έλεγε ο γιατρός γιατί η υγρασία του τόπου σάπιζε τα οστά των ανθρώπων από ζωντανούς. Έμπαινε σε λάκκο πρόχειρο και θαβόταν κι αν ήταν άντρας καμιά τρίτσα, αν ήταν γριά της φύσαγε ο αέρας το μαντίλι το δεμένο στο σαγόνι. Και τρέχαμε τα τσορομπίλια ως το καφενείο του Ρεμούνδου όταν ήταν να φύγουμε γιατί αυτός ο διάολος έκαιγε, δεν ήταν αστείο. Με πνίγει αυτός ο τόπος στις πραγματικές του διαστάσεις, μα σαν τον σηκώσω εκεί που τον αγαπώ είναι απέραντος, να χωράει αναγνώστες και το σπουδαιότερο να μετράει τη ζωή, γιατί πως νομίζετε μετριέται η ζωή; Με εκατομμύρια κύματα που σκάνε στην Κουρούτα από την πρώτη φορά σου ως την τελευταία σου. Κάποιο κύμα το νήμα στη ζωή της μάννας μου, κάποιο άλλο του πατέρα μου, κάποιο στο μέλλον εγώ. Έχει πολλούς νεκρούς που γυρίζουν σαν μικρά παιδιά στην ακτή. Για όσους ξέρουν έχει ένα συνωστισμό ανυπόφορο, κουνάνε τα καλαμάκια του καφέ σταματάνε τον ήλιο στη δύση, φέρνουν άλογα να τα δροσίσουν, σπέρνουν δάκρυα στα παιδικά σου μάτια τραβάνε τζούρες από τα τσιγάρα σου, ο Θείος Αντρέας στη φωτογραφία κρατάει ένα καρπούζι πλανήτη. Υπολογίζοντας τη φωτογράφιση η μητέρα είναι έγκυος εμένα, σε έξη μήνες θα πάω να γεννηθώ.


Μεσημέρι

Είχαμε πει τρία ντριν από το σπίτι μπροστά και μετά στο κατηφοράκι στην άκρη τη σταφίδα, γιατί φεύγανε για τον τρύγο. Μεσημεριάτης άγγελος ήθελα, πως το λένε, δεν ξέρω τι ήθελα, μα ήθελα, ορθοπεταλιές, χέρια αμολητά, την είχα φιλήσει πάλι κι αυτό το ζωάκι ανάμεσα στους μηρούς ήταν συνδεδεμένο και δεν το κρατούσε παντελόνι. Πέρασα, είπα το σύνθημα, το άκουσε δεν το άκουσε πήγα κάτω στη σταφίδα στις σκιές που δεν φαίνονταν από το δρόμο, πλάγιασα και το ποδήλατο να μη φαίνεται, θα έρθει δε θα έρθει... Ήρθε αθόρυβα μα την πρόδωσε ένα τσακ από ένα κλαράκι, γύρισα. Ήταν πηγάδι το πρόσωπο όπου έσβηνα και δίψαγα φιλί. Το έδωσε απαλά και κάθισε, όπως κάθονται τα κορίτσια στα εξώφυλλα με τους αγγλικούς τίτλους μυθιστορημάτων λέω τώρα. Εγώ που ήθελα τόσα να της πω είχα μείνει χωρίς λόγια. Τα λόγια είναι οι προδότες του θέλω. Δεν μπορούν να το καλύψουν. Έπιασα κάτω από τη μασχάλη και κατέβαινα. Αυτό που έπιασα παρακάτω ήταν το λάστιχο από το βρακάκι τα είχα δει απλωμένα στην αυλή της μάνας της. Άπλωσε το δάκτυλο από πολύ κοντά, με κοιτούσε σαν ερωτηματικό, και μου έστριψε τη μύτη. Ένα σύννεφο έκρυψε λίγο τον ήλιο και σκυθρωπιάσαμε. Πήρε το χλωρό από ένα κλίμα και το δάγκωνε, εγώ αδημονούσα για κάτι σαν έμβολο πήγαινα να κρύψω τη ντροπή μου και ξαφνικά κατάλαβα ότι ανάμεσα στα χέρια μου και το κορμί της δεν υπήρχε. Δε θέλαμε μόνο εμείς, λοιπόν. Θέλαν κι εκείνες. Δεν ήταν στόμα αυτό καθώς την στρίμωξα δαγκώνοντας και λιγάκι το χείλο, ήταν λουκούμι και νερό δίψα και ξεδίψασμα. Ένας σκύλος πέρασε ψάχνοντας τζιτζίκια και μας χώρισε. Θα μας μαρτυρήσει της είπα σχεδόν γελώντας και ψύχραιμος. Τι διαβάζεις; Την Ερόϊκα του Κοσμά Πολίτη... την τυλίχτηκα έτσι που αργότερα θα έλεγα σαν Ενδυμίωνας... είδα να φεύγει ευκίνητη με τις ελβιέλες και δίπλα ο σκύλος βουτούσε μες στο σκιερό κι αυτή σαν άλλο αιλουροειδές ανάμεσα στα κλήματα. Πήρα πάλι το ποδήλατο. Ως να φτάσω σπίτι ο λεκές μπροστά είχε στεγνώσει.


Αγρονομείο

Το πολυβολείο απέναντι μου υπέβαλε την ιδέα πως έτσι θα ήταν που βάζανε τα κεφάλια να τα κόψουν στον εμφύλιο, ένας κορμός κι ο μπαλτάς κι ερχόταν ένας ένας να πάρει το επίδομα κι άλλος έδινε πέντε ζευγάρια πόδια από κοράκι, και τα πετσόκοβε ο αγρονόμος δεμένα με κλωστή να τα ακυρώσει κι άλλος ουρά από αλεπού κι ασβό και λιάνιζε ο μπαλτάς να τα ακυρώσει, κυνηγοί ήτανε από τα ορεινά και μετά αγόραζαν μπαρούτια σοκόλ και σιπέ γιατί γεμίζανε μονάχοι τα φυσίγγια στα δίκανα και σε κανένα μπροστογιμί που είχε ξεμείνει, πρόσωπα αξύριστα εκεί στην αυλή με τις πικραγκουριές που με τα σπόρια τους έπαιζες πόλεμο, Μπακουλέας. Σαν κατσαπλιάδες θα ήταν η λέξη του πατέρα που τους περιέγραφε. Όμως στην αφήγηση για να αξίζει την ανάγνωση ο κόσμος συνέχιζε να μυρίζει τρινάλ από την αποθήκη απορρυπαντικών του Θλιβερού που παίρναμε τους ανάγλυφους χάρτες των Ηπείρων με τα καπάκια της χλωρίνης και τα κάγκελα των κήπων είναι γεμάτα τριανταφυλλιές που θα ζήσουν στο αρχείο που τις γράφω τώρα πιο πολύ από όλα τα καλοκαίρια μου. Το ίδιο και η παρατημένη καναδέζα η γκρίζα από το σπίτι που ήταν η παλιά αστυνομία εκεί δίπλα στο φόβο που φυλούσε τα έρμα σ' εκείνο το σπίτι δίπλα που το σπάσαμε και βρήκαμε μπουκάλια και κατοχικά νομίσματα και γέμισε ο τόπος χαρτονομίσματα δισεκατομμύρια και τα παίζαμε για χαρτάκια κι ακόμα θυμάμαι τη μητέρα να λέει ξέρεις τι έπαιρνες με αυτά τα μηδενικά: όταν αχρηστεύτηκαν τα λεφτά ένα μαντιλάκι.
Χαιρετίσματα
Τον είδα σου λέω τον Κωστάκη σε εκπομπή νύχτα, ντοκυμανταίρ στη Νέα Υόρκη, να πουλάει χοτ ντογκ, ασπρομάλλης στην Πέμπτη Λεωφόρο και να στέλνει χαιρετίσματα στην Αμαλιάδα... κι ήθελα να του φωνάξω μες στη νύχτα πως οι χορδές στα τύμπανά μας θέλουν σφίξιμο, πώς θα παρελάσει το σχολείο, πως τα ποδήλατά μας σκουριάζουν στην αυλή Οινομάου και Παπαφλέσσα, πως τα παράθυρα του σπιτιού του είναι χιασμένα με καρφωμένες τάβλες, και πως όταν είπε ο πατέρας του στην Κουρούτα στο δικό μου, φορώντας το παντελόνι του μετά το μπάνιο, θα πάμε Αμερική Θανάση, εγώ δεν ήξερα πως θα ήταν από κεί και πέρα για πάντα, αλλά δεν με άκουγε μόνο γέλαγε στο καροτσάκι του με το ίδιο γέλιο που πέρασε όλο το μεταξύ χρόνο απείραχτο και μας έστελνε χαιρετίσματα.

Καντίνα
Έχω δυο μνήμες κι είμαι μονίμως σε καντίνα στη διαδρομή προς τα κάτω. Αυτός κι αν είναι τόπος για να δεις αυτό που φωτίζεται μια στιγμή ως επείγον κι έπειτα χάνεται στα χιλιόμετρα... Η πάνω είναι ανοιχτή, είναι αυτή που της δίνω λόγο. Η κάτω μ΄έκλεισε, με δίπλωσε στα δώδεκα σαν τον Χριστό, καλά στηριγμένη στο πολλαπλάσιο του τέσσερα, σε αριθμολογία μητρική και μου δίνει συνεχώς λόγο. Εξάγει τα πρόσωπά της με φορά παγκοσμιότητας, τρέφεται από Φώκνερ κι επιστολές της μητέρας μου. Της ελευθερώνω πραγματικότητα με όση φαντασία μπορώ. Η Ελίσσα, η πολίχνη της καταγωγής όσο πάει και γίνεται ένα βιβλίο, ένα παλίμψηστο όπου διαβάζω εκείνα που με εμποδίζουν οι σημερινές προσόψεις. Δεν είναι παρά αληθινό περιστατικό που δαγκώνει χρόνο και σκάει σαν το κάθε τι που είναι προορισμένο να γίνει ελεγεία. Κάποτε σκέφτομαι θα βάλω τάξη θα βρω εκείνο το παλιό τετράδιο που κατοικεί ένα μυθιστόρημα σε σκίτσα από πεπραγμένα και ονόματα, εν τω μεταξύ φτάνει κάτι ελάχιστο ώστε η σιωπή να μην κρατάει, ν΄ανοίγει όπως η μύτη στην αυλή του μοναστηριού και να πεινάει λεγόμενο. Μου εξαρθρώνει τη ρητορική βάζει δικά του μεγέθη στη στυγνότητα της περιγραφής γίνεται λυρικό αν λυρισμός σημαίνει η ανάκληση του απόντος. Έχω δυο μνήμες μια γραφή και δυο διαψεύσεις από την πραγματικότητα. Κάποτε σκέφτομαι να γείρω εκεί, σε μια καντίνα σε κάποιο χιλιόμετρο να θρέψω κανένα χορτάρι ανώνυμο. Ο θάνατος είναι τόσο γλυκός που εκεί που πεθαίνεις σου γίνεται πατρίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου