Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

Οψώνια



Εγώ το λέω, το λέω, εσύ κι ο Παστάκας...
Φέρε μας ρε ίδια ένα έντυπο να δούμε που το λες;


Υ.Γ. Όταν λέμε βγαίνουν τα μέτρα, εννοούμε ότι περνάμε από έλεγχο πόσες φορές τηλεφωνήσαμε, πόσες φορές τηλεφώνησε, πόσες το ένα πόσες το άλλο, πόσες πήγαμε, πόσες ήρθε πόσες ζήτησε, πόσες της ζητήσαμε, πόσα απόσα λέει αναλαμβάνει δημόσια.. Δεν είναι μονάχα η τελευταία συμπεριφορά, αυτή απλώς έβαλε μπρος το μηχανισμό του μετρήματος. Αυτό που αλήθεια νιώθουμε φαίνεται στο πλαίσιο και μάλιστα με ποσοτικούς όρους της επικοινωνίας. Έτσι θα σε γαμήσουν αύριο τα παιδάκια σου αν συμπεριφέρεσαι όπως πιάστηκες εδώ. Για να μαθαίνεις ποια είναι η προκρούστεια κλίνη των αισθημάτων και πως πιάνονται τα σπουργιτάκια στο τι στ' αλήθεια σκέφτονται.
Και για να μαθαίνεις:τον κοινό μας γνωστό τον έχω αγορασμένο από το '86. Είδες να κάνει τίποτα για μένα; Γιατί να κάνει τώρα. Κάθε λεπτό που του δίνω είναι χαμένος χρόνος.΄Σε αυτή τη φάση αγόρασα εσένα και το βλάκα, που έσπασε μαζί μου ρεκόρ σχέσης με άνθρωπο. Με την ψωνάρα που έχετε δεν βλέπω να το σπάει πάλι, τώρα θα σου ορκιστεί γιατί μισείτε το ίδιο πράγμα, αλλά σε λίγο δεν θα είμαι εγώ το ζωντανό εμπόδιο που σας ενώνει να κάνετε σχέση, θα πρέπει να την τροφοδοτήσετε και θα γίνει της πουτάνας, έτσι άνθρωποι με πανοπλία ψεύτικων συναισθημάτων που είστε και οι δυο. Δεν είναι προφητείες, είναι επιστημονικές αναλύσεις για αγορασμένους ανθρώπους. Όσο για τον κοινό μας γνωστό σου έδωσε ήδη πολλά για να έχει κάθε λόγο να σε θάψει στο προσεχές μέλλον. Εκεί που τον είχες αφήσει όταν σε βρήκα, εκεί θα τον ξαναφήσεις. Μακάρι να σε βρει κανένας σοβαρός, αλλά συγκατανεύεις στις υπερβολές των δημοσιογράφων και από ποιήτρια γίνεσαι ντιριντάουα. Οπότε σε βλέπω να χορεύεις τσιφτετέλι ( του βάζω και ιδέες) σε έκθεση βιβλίου και ο Γ. να βαράει το ντέφι. Μέχρι να σε μαζέψει στην έδρα σου αυτός που πρέπει. Σου έχω βάλει τα όχι που πρέπει να πεις αν θέλεις να με διαψεύσεις. Αληθινά μια απορία έχω: Σε ασανσερ τί μπορείς να γράψεις;

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

Οι Νέοι

Αυτό που δεν καταλαβαίνουν οι νέοι κι όταν το καταλαβαίνουν τους σκυλιάζει, είναι πως εμείς του 80 είμαστε οι τελευταίοι μιας δύσκολης αναγνώρισης στη λογοτεχνία και μπορεί να τρωγόμαστε σαν τους παλιούς τραγουδιστές, αλλά τους νέους τους έχουμε σαν οπαδούς, να φέρνουν νερό, τα σκηνικά, να παθιάζονται περιστασιακά για μια θέση, να μας γλείφουν τ' αρχίδια, αλλά την ποιητική αναγνώριση δεν την έχουν. Γι αυτό και παραξενεύονται όταν βάζουμε μόνοι μας μέτρο στις διενέξεις, όταν παλιλογούμε, όταν αναγνωρίζουμε αξία σε κάποιον που σαν οπαδοί είναι υπερ ή κατά και τον ξεσκίζουμε ή τον υψώνουμε. Αυτούς πάντως τους έχουμε σαν ένα είδος ευνούχους για κατραπακιές κατά το βούλεσθαι. Γιατί; Διότι εμείς  δεν είχαμε πρότυπα τους αμέσως της μεγαλύτερης γενιάς, αλλά τους Νομπελίστες που ανύψωναν την προσπάθειά μας στο απόλυτο ύψος της επίγειας ανταμοιβής, ενώ κάποιος που δηλώνει ότι έχει πρότυπο εμένα είναι για κλωτσιές και μονάχα επειδή με διάλεξε και η αμφιθυμία του μου είναι επικίνδυνος φίλος. Γι αυτό ότι και να κάνουν θα είναι πάντα δεύτεροι κι όταν πάνε να βάλλουν σε ανταγωνισμό παλιούς, θα τρώνε φάπες εναλλάξ. Γιατί είναι λίγοι και κάλπικοι. Ο αληθινός ποιητής ψάχνει ησυχία καμαράκι και βιβλίο να διαβάσει κι αυτοί είναι όπου φυσάει ο άνεμος και κοιτάνε με καμιά παραλλαγμένη λογοκλοπή να εκβιάσουν παρουσία στη λογοτεχνία. Δεν γίνονται αυτά μωρά μου. Κάντε κανένα μέσο διάδοσης για να έχετε καμιά εξουσία να μας κάνετε αέρα και τις φιλοδοξίες για την ποίηση αφήστε τες.

Οι Κνίτες του Μπήτνικ

Ρε μαλάκες, τον Κέρουακ και τον Γκίνσμπεργκ τους διδάσκουν στις ακαδημίες στην Αμερική κι εδώ τριάντα χρόνια κάνουν κύκλους στην πρωτοπορία δήθεν... και μετά κατηγορούμε τους κνίτες, Κνίτες του Μπήτνικ. Τι ψυχασθένεια είναι αυτή. Στη μέρα της μαρμότας του 80 είμαστε; Δεν απαγορεύετε να πεθάνετε αναχρονιστικοί. Να μας τα ζαλίζετε δε θέλουμε με μη δημιουργικούς αναχρονισμούς. Το μυθιστόρημα που δεν μπορείτε να γράψετε να το γράψουμε εμείς: Οι Κνίτες του Μπήτνικ Η Κωμωδία των Κολλημένων.

Κατευόδιο

Στο καλό. Δεν υπήρχε τρόπος να σου πω πως κάνεις Καβάφη του 1920 το 2016 και να έχεις το σθένος να το ανεχθείς. Διότι θα προσθέσω, θέλεις να κάνεις και καριέρα με ποίηση του 1920.
Για τα δοκίμια άστο. Σου δόθηκε ένα βήμα καθ' υπόδειξή μου και μας βγήκες Παπανούτσος β΄ Εθνικής ότι πρέπει για εκθεσάδικο. Έχεις όλα τα φόντα να σταδιοδρομήσεις. Καλό κατευόδιο.

Τα συνήθη

Η γραφομανία δεν μας επιτρέπει να κάνουμε επιλογή ούτε προωθεί από μόνη της στην επιφάνεια αξίες. Αυτό που βλέπουμε είναι μια γρήγορη εξάντληση των ποιητικών τόπων. Και με το δεδομένο ότι τα ευδιάκριτα ύφη είναι πάντα πεπερασμένα, μένει να δούμε πόσοι θα καταλάβουν ότι η καταφυγή σε αποδεκτά λιμάνια ύφους είναι ανώφελη και θα δοκιμάσουν το πρωτογενές. και πόσοι από αυτούς που θα δοκιμάσουν το πρωτογενές θα αντέξουν στις κατά μέτωπον πια επιλογές του χρόνου. Όλη η υπόλοιπη προσπάθεια τοποθέτησης σε κάποιου είδους χρηματιστήριο είναι μάταιη. Και αυτό καλύτερα από όλους μας το λένε οι επιτυχόντες στο παιχνίδι της δημοσιότητας. Και από την άποψη αυτή το καινούριο είναι ακριβώς αυτό. Το ρισκάρισμα βολών προς το μέλλον. Όταν ο Μήτσος Παπανικολάου δικαιώνεται για το κείμενο του για τον Ελύτη, δε ζει ούτε ο ίδιος ούτε εκείνοι που είχαν διαφορετική γνώμη για να τον δικαιώσουν. Το μόνο πρόβλημα που υπάρχει είναι αυτό κάθε συνωστισμού. Ότι το αναυθεντικό πάει μπροστά και εμποδίζει την ανάδυση του αυθεντικού. Από τη στιγμή όμως που υπάρχει τεχνολογία για να δίνει τη δυνατότητα και στο συμπιεσμένο να εμφανιστεί δεν υπάρχει κανένα σχεδόν πρόβλημα. Οι εξουσιαστικοί θα φτιάχνουν βαβέλ προτιμήσεων που θα διαλύονται μέσα σε σύγχυση. Μα εδώ μιλάμε για την τέχνη της ποιήσεως τους καιρούς της γραφομανίας και της νέας εκδοτικής τεχνολογίας. Δεν μιλάμε για τα συνήθη στις δημόσιες ελληνικές συμπεριφορές.

Ερώτημα


Η σταδιοδρομία στην ποίηση
δεν απαιτεί καθόλου ποίηση.
*
Θαυμάζω τους σταδιοδρομήσαντας
και τους σταδιοδρομούντας.

Μπορώ να κάνω ένα τσιγαράκι τώρα;

Τίτλος

Και πως το είπαμε το βιβλίο:
Το κοτόπουλο που μου πήρε φεύγοντας
κι άλλα κλαψομουνιάσματα.

Να βάλω κι ένα δείγμα:
Διάθεση Σούρουπου

Ω σύμπαν, εγώ, εμού, εμένα
εμένα, εγώ, εγώ, εγώ,
αβαβά, τι πόνος άπονος
τον φιλοξένησα στο σπίτι μου
τον τάϊσα, ( φωνή: κόψτο μαλάκα
μισά μισά τα πληρώναμε
κι όταν δεν είχες, εγώ
και παρακάλαγες
να ῤθούμε σπίτι σου
για να τα λες μετά
και σου κάναμε τη χάρη.)
κι ήταν ωϊμέ
στην πόρτα
για να φύγει και γύρισε
και μου αρπάζει
το κοτόπουλο απ' τα σπλάχνα
που είσαι αναπτήρα μου
ναι σύμπαν κλάψε
μ' εμένα που δεν είμαι
καν ποιητής αλλά
μυρμήγκι στα πόδια σου
ω! σύμπαν το κοτόπουλο
για να το πάει, το πάει
στο σπίτι του αφήνοντας
νηστικό και άπορο
ένα μικρό ποιητή
ώ σύμπαν, εγώ εμένα παραπαπάν
εγώ, εγώ, εγώ, εγώ.
ο ποιητής των αρπαγμένων
κοτόπουλων και σία.
Είδες τί πήγαμε να πάθουμε αγάπη
ξεχάσαμε αμάξι για το σούρουπο.

Επαγγέλματα

Προλετάριος είσαι εσύ
κι εμείς λαϊκοί αριστοκράτες
γι αυτό δεν περνάμε από κει
που σαλιώνεις παπούτσια.
Εκεί που φτύνουμε.

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Πουλάκια

Μερικοί άνθρωποι σε κάνουν να καταλαβαίνεις,
αδέξια, γιατί δεν είσαι άξιος, για πόσο σημαντικό σε είχαν,
όταν σε εγκαταλείπουν.
Αυτό θα σας τρώει πουλάκια, σε λίγο καιρό.

Υ.Γ. Κι όπως είπε κι ο άλλος, γάτα,
είναι η αγάπη, θα στο εξηγήσω το Σάββατο.

Μυθολογία μιας Μέρας

Είπε : Πάντα αυτή η μέρα είναι η εγκοπή των αλλαγών. Από αυτήν αρχίζει το τόξο της θετικής αύρας που φτάνει ως τα γενέθλιά μου. Συνήθως πριν τη δεκάτη ογδόη γίνονται ξεκαθαρίσματα βρώμικων χρόνων και βρώμικων σχέσεων. Η απόρριψις στη λήθη είναι κάθετος. Και αναδύεται η απόλαυσις που παρέχουν οι μεγάλες πόλεις. Οι άνθρωποι του χωριού συγχρωτίζονται και τρώνε κατά το λεγόμενο τα σκατά τους ως το τέλος, γιατί δεν μπορούν να βρουν καθαρό αέρα.  Ενώ στην πόλη μπορείς να κυκλοφορείς για χρόνια σε ένα παράλληλο κόσμο αποφεύγοντας αυτούς που δε θέλεις να ζεις. Θα έλεγα μάλιστα ότι έχω παρατηρήσει πως ο αριθμός των ετών για μια τυχαία συνάντηση με ανθρώπους που δεν θέλεις στην Αθήνα είναι τα δώδεκα χρόνια. Πιστεύω ότι κάθε πόλη στον κόσμο έχει το δικό της αριθμό χρόνων. Τώρα βέβαια οι χωρικοί που ήρθαν στην Αθήνα και όσοι έχουν νοοτροπία χωρικού φτιάχνουν χωριά από την ανάγκη να τρώνε τα σκατά τους που τους έχει γίνει φύση και ανακυκλώνουν αυτές τις  νοοτροπίες. Μακριά. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα χωριά είναι η Πλατεία Εξαρχείων και τα πέριξ, που ζει μια μέρα της μαρμότας, ένα πάγωμα του χρόνου από τη δεκαετία του 70 και μετά. Χωριό όπου οι ίδιες φάτσες περιφέρονται σε ίδιους κύκλους προσέγγισης απομάκρυνσης και με τα ίδια χαρακτηριστικά εχθρικών περιστασιακών ομαδώσεων εναντίον του ξένου. Γι αυτό και χρόνια τώρα από την Πλατεία Εξαρχείων δεν έχει προέλθει τίποτα αξιόλογο στην τέχνη ή στη σκέψη παρά μόνο σκατίλα που όταν συσσωρεύεται καλεί τη νυχτερινή φωτιά και το υπερεγώ του μπάτσου να την εξαγνίσει από το σαπισμένο χρόνο της, ακόμα και με δολοφονία. Ας το κρατήσουμε σαν ένα δώρο της γρίλιας της δεκάτης ογδόης Ιανουαρίου. Είναι ακόμα η μέρα κρίκος που στην παραλλαγή ονόματος επωνύμου και πατρωνύμου δημιουργεί την αρμονία της κατανομής του ονόματος του πατέρα στο χρόνο. Η μέρα επίσης χαρακτηρίζεται από την αφήγηση της μητέρας που μιλούσε για το τρισυπόστατο κεραμίδι, το νερό η φωτιά και το χώμα, όταν ρωτούσε:που είναι η φωτιά που είναι το νερό για να οικειοποιηθεί τον λόγο του Μεγάλου Αθανασίου στην απόδειξη της Αγίας Τριάδος. Μέρα θρεπτική σε συμβολισμούς εκκινητήριος θετικών και δημιουργικών έργων και ταυτόχρονα μέρα εκπλήξεως και συνεχούς θαύματος της παρουσίας του μεγάλου μου γιου που υπήρξε ένα πρώτο γενναίο χαστούκι στη μοναδικότητά μου για να με πλαγιάσει απαλά σαν γεφύρι στην αλυσίδα των γενιών.