Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017

Στους Συμπατριώτες του, Λουίς Θερνούδα

Δε μ' αγαπάτε και σας ενοχλεί το ξέρω,
Όταν γράφω. Σας ενοχλεί; Σας θίγει.
Δικό μου φταίξιμο ίσως ή δικό σας;
Γιατί δεν είν' το πρόσωπο κι ο μύθος του
Αυτό εδώ, όταν με πλησιάζετε, που πίσω σας γυρίζει.
Νέος, νέος πολύ ήταν, όταν δεν είχε ακόμα φτιάξει
κάποιο μύθο, που πέσατε πάνω σ' ένα βιβλίο
Πρωτόλειο το ίδιο όπως και ο συγγραφέας του: εγώ, το πρώτο μου
βιβλίο
Κάτι σας θίγει σίγουρα, στον άντρα και το έργο του.

Ο μύθος μου είπα; Ιστορίες θλιβερές
Φτιαχτές για μένα από τέσσερις φίλους
(Φίλοι;), που δεν θελήσατε ποτέ
Ούτε γυρέψατε ευκαιρία για να δείτε αν ταιριάζουν
Στο πρόσωπο το ίδιο το έτσι μεταμορφωμένο.
Αλλά η κακοπιστία σας το δέχτηκε.
Ο μύθος φτιάχτηκε, κι εσείς, σε μένα αχάριστοι,
Για όλα αυτά που κρύβει δυο φορές ψευδόμενος
Χωρίς κανένα ενδοιασμό, μόνοι σας τον διαδίδετε.

Εναντίον σας και σ' αυτή την ηθελημένη άγνοια,
Ζω ακόμα, ξέρω και μπορώ, αν θέλω, τον εαυτό μου να υπερασπίσω.
Μα περιμένετε τη μέρα που πια δεν θα βρίσκομαι
Εδώ. Και τότε η παραγνώριση,
Η αδιαφορία κι η λησμονιά, τα όπλα σας
Θα πέσουν πάνω μου, για πάντα , σαν την πέτρα,
σκεπάζοντάς με τελικά, το ίδιο όπως σκεπάσατε
Άλλους που, από μένα πιο καλούς, αυτή η άγνοιά σας
Γκρέμισε στην αφάνεια, όπως το μέγα Αλδάνα.

Από εκεί το πράδοξο, κατά τα άλλα αθέλητο,
Που εσείς λοιπόν το επιβάλατε: γράφω στη γλώσσα μας,
Την υπηρέτησα κι είναι, γι αυτό δική μου,
Βαραίνοντας σε μένα ίσως, πιο μοιραία. Μα εκτός ελαχίστων
εξαιρέσεων
Τους συγγραφείς σας τους σημερινούς δεν τους διαβάζω πια.
Από εκεί το παράδοξο: είμαι χωρίς πατρίδα και κοινό,
Για τα καλά εξόριστος εκτέθηκα από άλλους πιο πολύ
Στον άνεμο της λησμονιάς που, όταν φυσά, σκοτώνει.

Αν είναι η γλώσσα σας το υλικό
που δούλεψα με τη γραφή μου , κι αν γι αυτό,
Θα 'πρεπε να 'στε εσείς οι μάρτυρες
Της ύπαρξής μου και του έργου της,
Σ' ώρα κακιά υπήρξε η γλώσσα σας
Δική μου, αυτή που γράφω και μιλώ.
Έτσι θα καταφέρετε, με τον καιρό, όπως κάνετε,
Το πρόσωπό μου και το έργο μου να βγάλετε έξω
Από τη μνήμη, την καρδιά και το μυαλό σας.

Μεγάλη, λέτε, η αλαζονεία μου
Πιστεύοντας το έργο μου άξιο ξένης προσοχής
Κι εγώ να σας κατηγορώ ότι μου στερείτε τη δική σας.
Σ' αυτό έχετε δίκιο. Μα το ανθρώπινο έργο
Που με αγάπη έγινε, είναι άξιο της προσοχής των άλλων,
Και ποιητές από εκεί σιωπηρά το λένε
Στέλνοντας τους στίχους τους μεσ' απ' το χρόνο και την απόσταση
Ως εμένα, ζητώντας μου την προσοχή.
Θέλησα μνήμη από μένα ν'αφήσω; Γι αυτό συγνώμη σας ζητώ.


Μα το ίδιο φέρσιμο δεν έχετε όλοι,
Γιατί έχω ανάμεσά σας φίλους,
Διπλά αγαπητούς γι αυτή την παλαιά
Συμπάθεια και προσοχή μες στην αδιαφορία,
Και θέλω τώρα να τους πω ευχαριστώ, σαν γίνομαι
Πικρός και τους κατηγορώ. Μεγάλος αριθμός
Δεν είναι, αλλά μου φτάνει για να νιώθω συντροφιά
Στην απόσταση του δρόμου. Σ' αυτούς
Ας πάει έτσι τρυφερά η ευγνωμοσύνη μου.

Μπορεί να συναντήσω εδώ νέα κατηγορία:
Που δεν μιλάω με την τρυφεράδα εκείνη πια
Την εμπιστευτική, την ήρεμη άλλων καιρών.
Αλήθεια είναι, κι αυτό το χρωστώ σ' εσάς, τόσο όσο
Στην ηλικία, στο χρόνο και στην πείρα μου.
Σ' εσάς και σ' αυτά χρωστάω την αλλαγή. Αν θέλετε
Ακόμη ν' αγαπώ, φέρτε με πίσω
Στης αγάπης τους καιρούς. Σας είναι δυνατόν;
Αδύνατον όπως και να εξορκίσετε το φάντασμα
που επικαλεστήκατε από μένα.

Μετ. Β.Λ.

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017

Ο Σειληνός στο Μίδα

 τοῦτο μὲν ἐκείνῳ τῷ Μίδᾳ λέγουσι δήπου μετὰ τὴν θήραν ὡς ἔλαβε τὸν Σειληνὸν διερωτῶντι καὶ πυνθανομένῳ τί ποτ’ ἐστὶ τὸ βέλτιστον τοῖς ἀνθρώποις καὶ τί τὸ πάντων αἱρετώτατον, τὸ μὲν πρῶτον οὐδὲν ἐθέλειν εἰπεῖν ἀλλὰ σιωπᾶν ἀρρήτως· ἐπειδὴ δέ ποτε μόγις πᾶσαν μηχανὴν μηχανώμενος προσηγάγετο φθέγξασθαί τι πρὸς αὐτόν, οὕτως ἀναγκαζόμενον εἰπεῖν, ‘δαίμονος ἐπιπόνου καὶ τύχης χαλεπῆς ἐφήμερον σπέρμα, τί με βιάζεσθε λέγειν ἃ ὑμῖν ἄρειον μὴ γνῶναι; μετ’ ἀγνοίας γὰρ τῶν οἰκείων κακῶν ἀλυπότατος ὁ βίος. ἀνθρώποις δὲ πάμπαν οὐκ ἔστι γενέσθαι τὸ πάντων ἄριστον οὐδὲ μετασχεῖν τῆς τοῦ βελτίστου φύσεως (ἄριστον γὰρ πᾶσι καὶ πάσαις τὸ μὴ γενέσθαι)· τὸ μέντοι μετὰ τοῦτο καὶ πρῶτον τῶν ἀνθρώπῳ ἀνυστῶν, δεύτερον δέ, τὸ γενομένους ἀποθανεῖν ὡς τάχιστα.’ δῆλον οὖν ὡς οὔσης κρείττονος τῆς ἐν τῷ τεθνάναι διαγωγῆς ἢ τῆς ἐν τῷ ζῆν, οὕτως ἀπεφήνατο.”

Νίκη Παπαθεοχάρη, Λείπει πάλι ο θεός

Γεμάτοι οι δρόμοι και άνθρωποι μόνοι
κουβέντα μην πιάνεις πες ένα γεια.
Βροχή που ξεσπάει σε σένα με πάει
και πως να σου βάλω λίγη καρδιά.

Στη βροχή σου αγάπη στέκομαι
καταιγίδα μου με φως.
Στη βροχή σου μόνος βρέχομαι
και τα σπάει ο ουρανός.

Λείπει πάλι ο θεός
κι έχει μην ενοχλείτε έξω στη πόρτα του
και σε σένα διέξοδο έτρεξα να βρω.

Τους παλμούς να χτυπάνε
και πάλι στα χείλια μόνος μου μέτρησα
μια καρδιά να σου φυτέψω δεν μπορώ.

Στενά με φωτάκια καμμένα λαμπάκια
με γκράφιτι βάφουν τον τοίχο παιδιά.
Η νύχτα με παίρνει κοντά σου με φέρνει
μα πως να σου βάλω λίγη καρδιά.

Στη βροχή σου αγάπη στέκομαι
καταιγίδα μου με φως.
Στη βροχή σου μόνος βρέχομαι
και τα σπάει ο ουρανός.

Λείπει πάλι ο θεός
κι έχει μην ενοχλείτε έξω στη πόρτα του
και σε σένα διέξοδο έτρεξα να βρω.

Τους παλμούς να χτυπάνε
και πάλι στα χείλια μόνος μου μέτρησα
μια καρδιά να σου φυτέψω δεν μπορώ.

Διαλεκτική

Πως δεν είμαι αυτού του κόσμου το κατάλαβα
πρώτη φορά από το άδικο, ένας κύριος
Βασιλακόπουλος, αν ζει, ήταν ο πρώτος δάσκαλος
Μ' έμαθε να μισώ τους Φράγκους, μέθοδο των τριών
και φαγωμένο δίκιο. Κι ας με παρηγορεί κάποτε
ο Ελύτης να το εξηγώ ότι δεν πήγαινε ο νους τους
να αναγνώσουνε παράδεισο. Γι αυτό κι εγώ
φτιάχνω ένα χώρο της καταλαγής με λέξεις μα όχι
του δραπέτη που έφευγε όλο μέσα του
για ένα παρελθόν ή ένα μέλλον μακρινό παυσίπονο
μα με τα υλικά εκείνου που επιμένει
να στρέψει τόσο αρνητικό στη ρίζα του παρόντος
 ώστε ν' ανθίσει ένα ρόδο στο σταυρό του χρόνου.

Αίας

Ο Αίαντας δεν μπορεί να δεχτεί ότι η αριστεία μπορεί να γίνει κτήμα του ανάξιου καπάτσου. Δεν μπορεί να δεχτεί την επικοινωνιακή μεσολάβηση ως παράγοντα σκέδασης της αξίας εις το επικοινωνιακό παρά την αξία. Δεν μπορεί να δεχτεί τον ευνουχισμό από τη γλώσσα της οποίας η τέχνη ως ρητορική αρχίζει να παρεμβαίνει και να πετυχαίνει τη φαντασιακή κατοχή του φαλλού. Αρχίζει η κοινωνία της ενοχής και αυτός εκπρόσωπος της κοινωνίας της ντροπής δέχεται το καίριο πλήγμα που είναι η γελοιοποίηση μπρος στους άλλους. Τα όπλα του Αχιλλέα που είναι γιος θεού και θνητής είναι η υπόσχεση του πλήρους της επιθυμίας; Που βρίσκεται το όνομα του πατέρα εδώ; Ο Αίας καταρρέει σε ένα παραλήρημα, αυτό σημαίνει η πλάνη του να πάρει τα πρόβατα για τους εχθρούς του. Ο ηρωϊσμός δεν καταρρέει παρά από τη γελοιοποίηση. Ο Αίας είναι ο κάθε φορά απερχόμενος από τη σοφιστική κοινωνία. Από την κοινωνία που παράγει εξουσία και αξιολόγηση από το να ποιεί τον ήττονα λόγο κρείττονα. Είναι εκείνος που δεν έχει τη δύναμη ενοχής να την αντιτάξει στις γνώμες των άλλων. Το σπαθί που καρφώνει στη Γη την κάνει φαλλοφόρο γαία ένα μακρινό παράλληλο με τη μητέρα του Αχιλλέα. Τί είναι αυτό που αν το αποκτούσε δε θα είχε κανένα πρόβλημα και που όταν δεν το αποκτά τον απορυθμίζει ως το παραλήρημα. Τι σημαίνουν τα όπλα του Αχιλλέα; Εκεί βρίσκεται ο κόμπος ή στο μηχανισμό της εξαπάτησης δια του λόγου που τα αποδίδει στον Οδυσσέα; Ο Αίας αποκλείεται. Και ο αποκλεισμός λειτουργεί ως ευνουχισμός. Γιατί τελικά ανοίγει παραλήρημα; Σε ποιό σημείο υπάρχει η διάκλειση του ονόματος του πατρός;

Ακολουθούν τα κείμενα.

Οι πειθαρχημένοι

Υπάρχουν άνθρωποι που σου ζητούν να τους μάθεις τι θέλεις κι ανάλογα κι εύκολα πειθαρχούν. Έτσι έχουν καταφέρει άκοπα να σε πακετάρουν σε συμπεριφορές και να είναι μια χαρά. Όμως οι ανθρώπινες σχέσεις για να είναι αληθινές, θέλουν την έγνοια, όχι να ανταποκρίνεσαι στις θεσμισμένες και γνωστές επιθυμίες, αλλά να ψάχνεις και να μαντεύεις κάποτε πως θα συμπεριφερθείς κρίνοντας συνήθως από τον εαυτό σου. Γι αυτό εκείνοι που αγαπούμε και που έχουμε φίλους είναι λίγοι. Γιατί προλαβαίνουν τρόπον τινά τις επιθυμίες μας. Κάνουν τον κόπο να τις σκεφτούν, προσέχουν τις παραλήψεις και προφθάνουν τα ζητούμενα. Γιατί αν δε το κάνουν αργά ή γρήγορα η στάση , ας την ονομάσουμε λευκή απεργία ως προς τις επιθυμίες του άλλου θα αποκαλυφθεί γιατί οι μεταβαλλόμενες επιθυμίες μας, που είναι πέρα από τις θεσμισμένες θα έχουν κάνει το ενδιαφέρον τους ψέμμα, τη σχέση αφυδατωμένη, τους ανθρώπους ξένους.

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

Τέχνη Αηττήτου

Λοιπόν, τι λέγαμε, ναι, ότι η τέχνη της ποιήσεως είναι τέχνη του αήττητου, και ότι όλα υπάρχουν σαν απόβαρο στο ποίημα που εκμεταλλεύεται κάθε γεγονός του βίου προς όφελός του. Γι αυτό νιώθουμε ευγνωμοσύνη κάποτε σ' εκείνους που μας ξύνουν τις πληγές. Οι ίδιοι σπάνια γνωρίζουν ποιές πληγές ξύνουν, μας φυλάει ο Θεός από τα τσογλάνια της αγοράς, και σπανίως έχουν είδηση όταν τους πετάς τα ποιήματα στη μούρη ότι παίζουν μέσα. Αυτό είναι το κερασάκι στην τούρτα, η εσχάτη γελοιότητα που τους συνοδεύει σαν κομπάρσους ποιήματος. Ποιητής είναι αυτός που κάθε τι που συμβαίνει τον χρεώνει γραφή. Αν δε διαυγάσει το συμβάν δεν μπορεί να πάει παρακάτω. Γι αυτό και ο αληθινός ποιητής στην ουσία δεν έχει εχθρούς. Έχει μόνο κομπάρσους και προφάσεις ποιήματος. Και βέβαια από νωρίς μαθαίνει πως η καταδίκη του στη γραφή περιέχει τη χάρη να πιάνει αποκάτω τα αμίλητα των άλλων, που έρχονται και πλαγιάζουν δικό τους περιστατικό στα λόγια του. Η ποίηση για τον αληθινό ποιητή είναι η Δευτέρα Παρουσία τώρα, όπου πλανίζει το άδικο και εξημερώνει τα αγρίμια των αισθημάτων με λόγια ευρυτέρου κύρους. Γι αυτό και μία στάση υπάρχει απέναντι στη ζωή και τις περιστάσεις της από τον αληθινό ποιητή, η ευχαριστιακή. Ακόμη και το στιγμιαίο απάνθρωπο της χρήσης ζωντανών ανθρώπων σαν κομπάρσους ποιήματος απαλύνεται στο αποτέλεσμα που δεν επικεντρώνεται πάνω τους για να ανατρέψουν ή να δικαιώσουν οτιδήποτε, αλλά αποκεντρώνεται ως μέτρο της ανθρώπινης κατάστασης και της τριβής των θέλω. Οι μικροί ποιητές θέλουν εξουσία, ήτοι την βουλητική επιδίωξη να μιλούν για πολλούς αγνοώντας αυτό που ξέρει ο αληθινός ποιητής και του υποτάσσεται. Κι αυτό είναι η χάρη, το χάρισμα, η κλήση από τη γλώσσα που κάνει και το χρόνο της Ιστορίας αιώνα.

Σκύβαλα

Μια από τις πιο ωραίες αρχές μυθιστορήματος είναι αυτή του Ντέμπλιν στο Μπερλίν Αλεξάντερπλατς: Στάθηκε στην πόρτα της φυλακής και ήταν ελεύθερος.
*
Στα αδρανή του διηγήματα ο Παπαδιαμάντης είναι κιόλας Μπέκετ.
*
Πας να πεις ότι όλοι οι καταγόμενοι από το Βόλο συγγραφείς είναι φιλόδοξοι ψυχασθενείς κι έρχεται ο Γιάννης Τσίγκρας και μοιράζει της μιας δραχμής γιασεμιά αθώωσης των πάντων.
*
Κάποιος πρέπει να πάει να πει σ'αυτόν το βλάκα ότι ο Μπόρχες μας διδάσκει να σεβόμαστε τις εμμονές μας όχι τις δικές του.
*
Τί να μας πεις για τη ζωή σου κι εσύ;
*
Άλλοτε κατέβαιναν στην Αθήνα για να πάνε στρατό ή να γαμήσουν... Τώρα κατεβαίνουν για να εκδώσουν.
*
Ο κάθε μαλάκας που μας αποδίδει ένα ρόλο νομίζει πως δεν έχουμε το σθένος να του τον στείλουμε πίσω να τον βάλει στον κώλο του.
*
Δεν είστε άνθρωποι εσείς. Είστε ωρολογιακές βόμβες της εκπλήρωσης των λεγομένων μου για σας.
*
Επαναλαμβάνουν τις ίδιες συμπεριφορές σαν ο κόσμος να ήταν απέραντος στο να τους προμηθεύει θύματα για τα παιχνίδια τους. Δυστυχώς ο κόσμος είναι πεπερασμένος, τα θύματα τελειώνουν και τότε ανεβάζουν ως θύμα τον ίδιο τον εαυτό τους για να τον κακομεταχειριστούν.
*
Μη βάζεις πολύ ΄σύμπαν στις μαλακίες που γράφεις και κοίτα τη γλάστρα έξω. Ούτε φυλλαράκι δεν κουνιέται.
*
Όταν μιλάς ως ποιητής στο πρώτο πρόσωπο, πρόσεχε, γιατί επιστρέφει στο τρίτο και σε λέει μαλάκα.
*
Μωρέ αυτό που νομίζω δεν είναι. Αλλά μου έχουν τελειώσει τα νομίσματα και δεν έχω ψιλά.
*
Μερικοί μαλάκες έχουν τη φιλοδοξία, ότι συμπεριφερόμενοι άσχημα, θα σε επηρεάσουν έμμεσα προς τρίτους. Νομίζουν ότι δεν διαθέτεις αλεξιμαλάκιον, αλλά αγνοούν πως η συμπεριφορά τους δεν φτάνει να επηρεάσει εσένα, πόσο μάλλον τρίτους. Η μαλακία κάνει κύκλους γύρω από το μαλάκα γι αυτό κάποιες φορές ζαλίζεται και δεν ξέρει που πατάει και που πηγαίνει.

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

Αποχαιρετισμοί


Δεν είναι η εφηβεία που θυσιάζαμε ανθρώπους
για τις σκληρές  ιδέες που άπλωνε το μέλλον
κι είχαμε καιρό για όλα. Μια πάχνη είναι,
μια ομίχλη, από έκτη Δεκεμβρίου του ογδόντα έξη
στην κεντρική πλατεία του Λιτοχώρου αδιάψευστη
πως αποδώ κι εμπρός όχι για ιδέες, για κάτι υψηλόν
μα για ένα τίποτα, σχεδόν γραμμή, ένα δε θέλω
που βάζει όλη αυτή την τρέλα που μας άλεσε
σ' ένα κατώτατο σημείο στον ιστορικό της κύκλο
 κάθε αποχαιρετισμός είναι προς θάνατον.

Κληρονομιά


Ο Μεγαλοφυής του Χάξλεϋ είχε στο χρηματοκιβώτιό του κάτι πορνογραφήματα, κι εγώ στα παιδιά μου όταν πεθάνω και θα θέλουν να μάθουν ποιός αλήθεια υπήρξα θα αφήσω τα Μπαράκια του Γερμανού. Από τόσο μαλακό υλικό ήταν η σκληρότητα που με ανάγκασε ο κόσμος.
Κι αφού ο Κονδύλης είχε το "Άστα τα μαλλάκια σου" είμαι μια χαρά.