Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

Ο Μιζεραμπιλισμός του Δημήτρη Κανελλόπουλου

           Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος στην τελευταία του συλλογή «Το Φράγμα της Μνήμης» υποτιμάει μονάχος του το ίδιο το υλικό του, δηλαδή το βίο του. Σε μια χώρα όπου ο κανόνας είναι οι περισσότεροι να παίρνουν λιγότερα απόσο αξίζουν εκείνος επιμένει να προβάλλει τον εαυτό του ως διακριτό παράδειγμα εν ζωή για την υποτίμηση που δήθεν υπέστη. Νεόθεν παράγοντας λογοτεχνικός και πολιτικός με φροντιστήρια, τώρα περιοδικό, διασυνδέσεις και διαπλοκές βαθύτατες με τον τόπο καταγωγής του, (θυμάμαι τώρα πως ως παράγων συμβούλευε να ψηφίσουν το Σάκη κι όχι τον Τάκη ή κάτι τέτοιο σε ιστολόγιο). Για να μην μπω στα προσωπικά, του δόθηκαν ευκαιρίες και στη λογοτεχνία που μάλλον απεμπόλησε λόγω χαρακτήρος, και οπουδήποτε αλλού. Εύθικτος και περιφερόμενος με ευκαιρίες που οι πιο πολλοί δεν έχουν δει καν στον ορίζοντά τους τα καταστρέφει κατά καιρούς όλα. Δεν είναι ζήτημα μιας κριτικής η διόρθωση του χαρακτήρος, αλλά μια ψυχανάλυση για να καταλάβει ότι δεν του φταίνε οι άλλοι αλλά ο χαρακτήρας του θα μπορούσε να του υποδειχθεί, με το δεδομένο ότι στο τελευταίο του βιβλίο δραματίζει τον βίο και τα πεπραγμένα του εν λογοτεχνία.
             Η λογοτεχνία δεν αποτελεί χώρο δικαίωσης του περιεχομένου της βιογραφίας μας, αλλά χώρο δικαίωσης ενός ύφους που με το πως του δικαιώνει και τον βίο. Είναι στυλιστική η ψυχαναλυτική αναπλήρωση που παρέχει η λογοτεχνία κι όχι βιογραφική. Ο Κανελλόπουλος δείχνει να επείγεται να διακριθεί και νομίζει πως οι άλλοι τον εμποδίζουν, επειδή είναι βαθύτατα μιμητικός με την έννοια του Ζιράρ να κάνει χώμα κάθε τί που αγγίζει και να βλέπει ως χρυσάφι κάθε τι που ανήκει στους άλλους. Χωρίς να έχει συνείδηση ίσως πέφτει στη μεγάλη παγίδα της εποχής: το Μιζεραμπιλισμό. Ο μιζεραμπιλισμός, όπως τον αναφέρει πρόχειρα ο Ξενοφών Μπρουτζάκης σε μια διαδικτυακή κριτική του συνίσταται σε: (Την επίμαχη δε περίοδο γνωρίζει μέρες δόξας ο μιζεραμπιλισμός.) Πρόκειται για έναν νέο όρο που δημιουργήθηκε προκειμένου να αποτυπώσει τη λατρεία της μιζέριας, όπου μια κοινωνική ομάδα (ή ένα πρόσωπο) εμφανίζεται ως ιδιαίτερα αδικημένη, εξαθλιωμένη, πάσχουσα, υποφέρουσα τα πάνδεινα και λόγω όλων αυτών των δεινών εκθειάζεται διά μέσου των στερήσεών της, των αποκλεισμών της, της εν γένει εξαθλίωσής της. Στη φράση του Μπρουτζάκη προσθέσαμε σε παρένθεση το ( ή ένα πρόσωπο) για να φανεί πως ο Κανελλόπουλος επωμίζεται και εκφράζει ποιητικά την τρέχουσα παθολογία.
           Είναι κρίμα ένας ποιητής που κατέχει τα στυλιστικά και σε εποχή ωριμότητας να θεματοποιεί μια κατά φαντασίαν το πιο πολύ μιζέρια και να έχει την αξίωση να δρέψει δάφνες για τον κόπο του. Για όσους δεν ξέρουν τα περιστατικά τους παραξενεύει η βιογραφία του που μόνο περθιωριακή δεν είναι. Για μας που τον ξέρουμε ως χαρακτήρα με παραφορές γίνεται καταγέλαστος παρακαλώντας ποιητικά μιαν αναγνώριση που του τη στερεί μονάχα η αστάθεια αρχών και η αεροβάμων ευθυξία του. Το βιβλίο κινδυνεύει να γίνει καταγέλαστο από τη μετωπική έκφραση των περιστατικών. Ίσως θα μπορούσε να το αποφύγει φτιάχνοντας ένα πρόσωπο σαν άλτερ έγκο όπου θα απέδιδε τα τεκαταινόμενα. Η επιθυμία του για παροντική δόξα και κλαυθμυρισμό δεν του το επέτρεψε. Έχει καιρό αν δεν κατατροπωθεί από τα γελάκια πίσω από την πλάτη του που θα τον συνοδεύουν και για ψυχανάλυση και για καινούριο βιβλίο.

Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

Και τρουμπέτες και νταούλια, ό, τι θέλω παίζω

Επειδή κάποιοι παραστρατημένοι θα περάσετε κι αποδώ
ας πούμε μερικά πραγματάκια:

Με μια ήττα και δυο νίκες εγώ έδωσα τη μάχη για το
ήθος στην ποίηση όπως το νιώθω κι όπως το κληρονόμησα.
Εσείς τι κάνατε, εκτός από το να με μισείτε για το ότι
αντιστάθηκα σε αυτό που σας συντρίβει;

Το δεύτερο είναι πως σε ανθρώπους σαν εμένα δίνεις κάτι παραπάνω
κι εσείς με υποτιμήσατε. Τώρα έχω το μαχαίρι και το πεπόνι,
εκδίδω μόνος μου, όπως φαίνεται έχω ζήσει μια ζωή καλύτερη
από τη μίζερη που έχει ζήσει η πλειοψηφία σας, εχω βήματα να
πάρω το λόγο που δεν έλεγχετε και κυρίως δεν υπάρχει τίποτα,
αργομισθία, τιμές, απολαβές που να θέλω ή να μπορείτε
να μου δώσετε. Άσε δηλαδή που βλέπω τις μούρες σας
και σκέφτομαι πως για σας δεν θέλω να γράφω επ' ουδενί.

Θα πάμε σκληρά ως το τέλος, για όσους πεθάνουν πριν από μένα
θα τα γραφω και στην κηδεία τους για να μαθαίνει ο κόσμος
τι κουμάσια υπήρξαν και πως κατεβάσαν τη λογοτεχνία
στο ύψος τους, εξευτελιζοντας την καθημερινότητά της.

Εγώ είμαι ετυχισμένος για το πως ήρθαν τα πράγματα
ελπίζω κι εσείς. 
Και φιλική συμβουλή προς ομηλίκους και νεοτέρους:
Καλύτερα να μην αντιδράτε σε όσα γράφω όπως τα σοφά
τσογλάνια του 70 γιατί αλλιώς γίνεστε σκαλάκια στη φήμη μου.

Το να εξεγείρονται γραφικοί για τα αυτονόητα και να θέλουν
λογοκρισίες σε μια εποχή που εκτός παιδεραστίας και τρομοκρατίας
κάθε τι μπορεί να λεχθεί, είναι τουλάχιστον για γέλια.

Γι αυτό μη λέτε πολλά
γιατί το παρατήρητηριο του Ελσίνκι μας βλέπει.

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Η τετραπλή μορφή του τίποτα, Λεοπόλδο Μαρία Πανέρο




Έμαθα εγώ να βλέπω το μυστήριο του στίχου
που είναι το μυστήριο που μόνο του ονομάζεται
το αγκίστρι καμωμένο από το τίποτα
υποσχεμένο στο ψάρι του χρόνου
που το στόμα του χωρίς δόντια δείχνει την καταγωγή του ποιήματος
στο τίποτα που πλέει πριν από τη λέξη
και που είναι διάφορη από το τίποτα που το ποίημα τραγουδάει
κι επίσης από αυτό το τίποτα όπου εκπνέει το ποίημα:
τρεις είναι λοιπόν οι μορφές του τίποτα
όμοιες γουρούνια και χορεύοντας γύρω από το ποίημα
δίπλα στο σπίτι που ο άνεμος έχει σωριάσει
κι αλίμονο σε όποιον είπε ένα είναι το τίποτα
απέναντι στο σπίτι που ο άνεμος έχει σωριάσει:
γιατί οι λύκοι κυνηγάνε το ξημέρωμα των μορφών
αυτό το ξημέρωμα που θυμίζει το τίποτα
τριπλό το τίποτα και τριπλό το ποίημα
φαντασία γραπτή κι ανάγνωση
και σελίδες που πέφτουν δοξάζοντας το τίποτα
το τίποτα που δεν είναι κενό αλλά ευρυχωρία λέξεων
ψάρια σεξπηρικά που ξεψυχούνε στην ακτή
περιμένοντας εκεί μέσα στα ερείπια του κόσμου
τον κύριο με περικεφαλαία και σπαθί
τον κύριο χωρίς καρπό του τίποτα.
Μάρτυρας είναι το πτώμα του εδώ που ξεψυχάει το ποίημα
που τίποτα δεν έγραψε και δεν εγράφτηκε ποτέ
κι αυτή είναι η τετραπλή μορφή του τίποτα.

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017

Ραούλ Γκόμεθ Χάττιν, ποιήματα

Τραγούδι Ειλικρινούς Αγάπης

Υπόσχομαι να μη σε αγαπήσω αιώνια,
ούτε πιστός να σου είμαι ως το θάνατο,
ούτε να περπατάμε κρατημένοι από το χέρι,
ούτε να σε γεμίσω ρόδα,
ούτε να σε φιλάω παθιασμένα πάντα.
Ορκίζομαι πως θα υπάρξουν θλίψεις,
προβλήματα και καυγάδες
και θα κοιτάξω άλλες γυναίκες,
εσύ θα κοιτάξεις άλλους άνδρες.
Ορκίζομαι πως δεν είσαι το παν μου
ούτε ο ουρανός μου, ούτε ο μοναδικός μου
λόγος για να ζω,
αν και φορές μου λείπεις.
Υπόσχομαι να μη σ' επιθυμώ για πάντα
θα κουραστώ κάποιες φορές από το σεξ σου
κι εσύ θα κουραστείς απ' το δικό μου
και τα μαλλιά σου σε κάποιες περιπτώσεις
θα γίνουν ενοχλητικά στο πρόσωπό μου.
Ορκίζομαι πως θα υπάρξουνε στιγμές
που θα νιώσουμε ένα μίσος αμοιβαίο
θα θέλουμε να τα τελειώσουμε όλα και
ίσως να τα τελειώσουμε
αλλά σου λέω ότι θ' αγαπηθούμε
θα φτιάξουμε, θα μοιραστούμε.
Τώρα θα με πιστέψεις πως σε αγαπώ;
*
Αυτό που είμαι

Στο κορμί αυτό
όπου η ζωή πια νυχτώνει
ζω εγώ.
Κοιλιά μαλακή και φαλακρό κεφάλι
Λίγα δόντια
Κι εγώ απομέσα
σαν καταδικασμένος
Βρίσκομαι μέσα κι είμαι ερωτευμένος
και είμαι γέρος.
Μετράω τον πόνο μου με την ποίηση
και το αποτέλεσμα είναι εξόχως πονεμένο
Φωνές που λένε: εδώ έρχονται οι αγωνίες σου.
Φωνές σπασμένες: πέρασαν πια οι μέρες σου.
Η ποίηση είναι η μοναδική συντρόφισσα
συνήθισε στα μαχαίρια της
γιατί είναι η μόνη.
*

Αυτή παραπονιέται

Θα μου άρεσε να είμαι άντρας
για να σε κατέχω.
Για να δίνω μπουνίδια σαν δείγμα τρυφερότητας
και πίστης.
Για να φοράω τις μπότες του επιστάτη
και να σε καβαλάω γυμνό.
Για να σε απειλώ μ' ένα περίστροφο.
Αλλά εγώ
Μια γυναίκα
Μια απλή γυναίκα
Τί μπορεί αξιομημόνευτο να κάνει
στην συνέχιση ενός έρωτα;
*
Αντίνοος


Μικρή, φτωχή, περιπλανώμενη ψυχή μου
Αδριανός

Είναι άνδρας θαυμαστός ο Ισπανός αφέντης μου ο Αυτοκράτορας
αλλά είναι τόσο τρομερός όσο ερωτικός και καλός
γιατί η εξουσία παρέχει μια γοητεία σχεδόν ανυπόφορη
Αν και στ' αλήθεια δεν έχω παράπονο κανένα
απ΄τον Αδριανό που είναι ο πιο σοφός απ' τους σοφούς
Γνωρίζει για τη γη μου ίσως περισσότερα απ΄ότι εγώ
Του θεούς της Ελλάδας καταλαβαίνει σαν Έλληνας
Καταλαβαίνει την παγκόσμια γνώση τόσο
όσο κανένας άλλος. Και με αγαπάει με τρέλα.
Ίδρυσε μια πόλη προς τιμήν μου
Φέρνω κάποιους λωτούς λιλά για τον κήπο μας
κι εγώ ο ίδιος έπιασα ένα πουλί του Νείλου
Δώρα είναι που του έφερα με την καρδιά μου όλη
Μακάρι να τα φυλάξει η μνήμη του του ερωτευμένου
Αν και μετά κάθε φορά αφού τα δίνω πονάω λίγο
είναι τόσα πολλά όσα δέχεται σε μια μέρα
Φορές νιώθω το φόβο να χάσω την αγάπη του
Προτιμώ να πνιγώ στο ποτάμι
που οι θεοί να σπλαχνιστούν τα δεκαεπτά μου χρόνια
Εγώ τόσο αμαθής κι εύθραυστος και μικρός
Έχω εραστή που είναι ο κυρίαρχος του κόσμου

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017

Δημήτρης Καλοκύρης, νομίσματα και νενομισμένα

Ο Δημήτρης Καλοκύρης είναι κατ' εξοχήν ποιητής της απόβλεψης. Με την έννοια ότι χωρίς καμιά κλήση για ποιητής τοποθετείται από τις δευτερεύουσες εργασίες της σε μια στατιστική λογιότητας. Υπερεκτιμημένος την εποχή που διαθέτει λογοτεχνικό περιοδικό, πέφτει στη λήθη όταν το κλείνει, και παραμένει θολά ως ένας λογοτεχνικός μεταπράτης της ποίησης του Μπόρχες, την οποίαν μετέφρασε ψυχρά, αφυδατώνωντας το στυλιστικό αλάτι του πρωτοτύπου, από ποια γλώσσα δεν ξέρω, αλλά προσωπικά δεν τον άκουσα ποτέ δημοσίως. να λέει λέξη ισπανικά. Για τους αποτυχημένους υπάρχουν πάντα διοικητικές θέσεις στο λογοτεχνικό συνδικαλισμό. Και ως συνδικαλιστής εμφανίζεται τελευταία εξαργυρώνοντας την υποταγή εντύπων και προσώπων προς το έργο του που θέλει όλη την καλή θέληση να το αποδεχτούμε ως ποίηση ενδιαφέροντος. Η μπορχεσιανή του θητεία φαίνεται ότι υποβοήθησε τη σύνολη κατάρρευση της σταδιοδρομίας του, καθώς αδυνατώντας για μια ποιητική συνομιλία μαζί του, τρώει τον καιρό του σε ταλμουδικής υφής υποταγές, διυλίζοντας κώνωπες υποσημειώσεων, που είναι εξαντλητικά σχολιασμένες στον ισπανόφωνο κόσμο. Η περίπττωσή του πάει να γίνει παραδειγματική για την ανθεκτικότητα κάποιων προσώπων της γενιάς του, που στην έκτη δεκαετία της ζωής τους και βάλε, συνεχίζουν να μας απασχολούν πιάνοντας απλώς χώρο στη δημοσιότητα.

Ο Μπόρχες στην Ελλάδα

Δεν υπάρχει αντιπροσωπεία Μπόρχες στην Ελλάδα. Δεν είναι λακόστ ο Μπόρχες. Και κανείς μεταφραστής δεν θεμελιώνει ύπαρξη λογοτεχνική, όταν μάλιστα για κάποιους υπάρχει αμφιβολία αν έκαναν τον κόπο να μάθουν τη γλώσσα του πρωτοτύπου του Μπόρχες για να μεταφράσουν, με τη μετάφραση του έργου του Μπόρχες. Αν υπάρχει ένα μάθημα του Μπόρχες είναι να ακολουθούμε τις εμμονές μας κι όχι τις δικές του. Αυτό δεν απαγορεύει σε ένα μικρό ταλέντο να καταρρέει λογοτεχνικά ως μίμος των εμμονών του Μπόρχες, αλλά θα κριθεί ακριβώς ως αυτό που είναι: μίμος των εμμονών του Μπόρχες. Ως την επόμενη στροφή της σκάλας που μια γενιά ισπανομαθών και τρεφομένων από πρωτότυπες πηγές θα φροντίσει για την κράτηση και διάδοση του έργου του, ρίχνοντας στη λήθη τους μιμητές του.

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

Σύνδρομο Σαλιέρι


Λέγεται το σύνδρομο που παρουσιάζει ένας καλλιτέχνης που έχει κατώτερο ταλέντο από κάποιον άλλο, αλλά περισσότερες προσβάσεις στη δημοσιότητα. Έγινε χοντρικά γνωστό από την ταινία του Μίλος Φόρμαν Αμαντέους, και συμπλέει με το φαρισαϊσμό, αυτό που λέει το ευαγγέλιο, ότι ούτε εσείς μπορείτε να περάσετε στη βασιλεία, αλλά ούτε τους άλλους αφήνετε, μόνο κρατάτε την πόρτα. Το ΄σύνδρομο Σαλιέρι, απελευθερώνει το έτερον σκέλος της αμφιθυμίας που είναι ο φθόνος μετά τη δεκαετία του 70 όταν η θέση στη δημοσιότητα γίνεται βασικό κριτήριο υποκατάστασης της αξίας εν τέχνη.
Υ.Γ. Από Σύνδρομο Σαλιέρι εν Ελλάδι κατατρύχεται η πλειοψηφία των εχόντων περιοδικό, πολλών εκδοτών, των ανθολόγων, των πολιτιστικών δημοσιογράφων, και όλων εκείνων που θέλουν να χρησιμοποιήσουν την τέχνη ως χώρο άντλησης εξουσίας.

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

Η Μπαλάντα του Διαδοσία

Ο Δημήτρης διέδιδε, αλήθεια ψέματα το ίδιο μου κάνει
πως ο Τάσος εγάμουνε την Έλσα του Γιάννη.

Ο Δημήτρης είπε και σ' αυτά ποιός τον πιάνει
πως ο Τάσος εγάμουνε την Έλσα του Γιάννη.

Ο Δημήτρης, κι όλους ένα τρελάδικο μαζί δε σας φτάνει
πως ο Τάσος εγάμουνε την Έλσα του Γιάννη

Ο Δημήτρης ο γλίτσας το είπε, το μεγάλο τσογλάνι
πως ο Τάσος εγάμουνε την Έλσα του Γιάννη.

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017

Η Μπαλάντα του Σκληρού Τέλους

Στον καθένα επιφυλάσσεται μια μοίρα
πολύ μου η μνήμη για να μην μυθοποιήσω
και πολλές βιογραφίες, ας πούμε ο Γκότφριντ Μπένν.
Μην περιμένετε λοιπόν μνησικακίες κι Ελλάδα
σου έδωσα και μου χρωστάς κι εκείνων
που ξόδεψαν τη ζωή τους όχι για ένα μονογυάλι
αλλά για μια συνέντευξη σε αδερφίστικη φυλλάδα
μάταιη κι αυτή μες στης αγοράς το έλος
σκληρά θα πάμε, μάγκες , ως το τέλος

Γράφατε μαλακίες ο κάθενας σας και τώρα
έχετε φόβο γιατί το αρχείο η μνήμη μου ξερνάει
τις ξιπασιές του ενός και τις δουλείες του άλλου
το λιπαρό προσκύνημα εκεί που φτύνατε προχτές
κι ακόμα το πουλημένο της μάνας σας το κλάμα
που σας έφερνε στον κόσμο κι όλα για μια στάλα
δημοσιότητα με λόγια από μικρούς μετρίους  μεγάλα
που έχει τη λήθη σίγουρη για έσχατό της βέλος
σκληρά θα πάμε μάγκες ως το τέλος

Το δηλητήριο που θέλατε για τη ζωή μου
το έκανε όλο η αγάπη σθένος και συγγνώμη, ευχαριστώ,
τέτοια ήταν η δυσκολία του καιρού μου
και μια ρωγμή του χρόνου στην ποίηση για να μπω
που θα κριθούμε όλοι για τις λέξεις μας εντέλει
κι όχι ο κάθε φαρισαίος και η πόρτα όπου κρατώ
χωρίς καταλλαγή και με τα συγχωρήσεως στην αλητεία
που αλητεία μένει πάντα στο άλλο σκέλος
σκληρά θα πάμε, μάγκες, ως το τέλος.

Τιμή δεν έχει για ν' αγοραστεί εκείνο που είναι αργά
πολύ αργά για να αγοράσει η γνώμη οπότε
ρολάκι να την κάνετε και να τη χώσετε στον κώλο
στης αγοράς αυτής το έλος ως το έσχατο βέλος
 στο άλλο σας το που πουλιέται το σκέλος
σκληρά θα πάμε, μάγκες, ως το τέλος.



Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Πέτρες

Πήγε ασβέστη στο εργοστάσιο γάλακτος και να πληρωθεί μάλλον, άργησε πολύ. Πέρασα απέναντι που ήταν γεμάτο αγκωνάρια λευκά γιατί κάνανε κανάλι για το φράγμα. Με πήρε το λευκό της πέτρας κι άντε παρακάτω και παρακάτω πήδαγα από αγκωνάρι σε αγκωνάρι, ένα λευκό πράγμα που στα νερά της πέτρας απελευθέρωνε αγάλματα. Ένα σύνδρομο Σταντάλ, που θα μπορούσε να λέγεται ακριβέστερα σύνδρομο Μπουοναρότι στη Καράρα. Με παρέσυραν οι πέτρες σαν ακίνητο νερό δυο χιλιόμετρα θα ήτανε από τη δημοσιά προς τη θάλασσα ώσπου το απόγευμα που έπεφτε κι ένα κρύο αεράκι μου θύμισαν πως ήμουν πολύ μακριά από εκεί που με άφησε ο πατέρας. Γύρισα, έψαξα το φορτηγό, κανείς. Αχ πέτρες τι μου κάνατε. Μα έπρεπε, πριν τις φάω, να γυρίσω πρώτα. Περίμενα το αστικό, τους ήξερα όλους, οδηγούς και εισπράκτορες και με ξέρανε κι έκανα σήμα με το χέρι. Το λεωφορείο σταμάτησε με πήρε κι ήθελα να επιταχυνθεί ο χρόνος και να φτάσω πίσω κι έσπρωχνα με το μυαλό μου και φανταζόμουν τα χειρότερα. Πότε έφτασα στο σπίτι δεν το θυμάμαι. Αλλά ούτε ξύλο, ούτε τίποτα. Κάτι είχα κερδίσει, αλλά δεν ήξερα τι. Χρόνια αργότερα σε μιαν αίθουσα μουσείου στη Φλωρεντία αναγνώρισα μια από εκείνες τις πέτρες. Ήταν το κορμί ενός σκλάβου που έσπρωχνε την αμορφία του μαρμάρου και μου ελευθέρωνε τα παιδικά χρόνια.