Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Πέτρες

Πήγε ασβέστη στο εργοστάσιο γάλακτος και να πληρωθεί μάλλον, άργησε πολύ. Πέρασα απέναντι που ήταν γεμάτο αγκωνάρια λευκά γιατί κάνανε κανάλι για το φράγμα. Με πήρε το λευκό της πέτρας κι άντε παρακάτω και παρακάτω πήδαγα από αγκωνάρι σε αγκωνάρι, ένα λευκό πράγμα που στα νερά της πέτρας απελευθέρωνε αγάλματα. Ένα σύνδρομο Σταντάλ, που θα μπορούσε να λέγεται ακριβέστερα σύνδρομο Μπουοναρότι στη Καράρα. Με παρέσυραν οι πέτρες σαν ακίνητο νερό δυο χιλιόμετρα θα ήτανε από τη δημοσιά προς τη θάλασσα ώσπου το απόγευμα που έπεφτε κι ένα κρύο αεράκι μου θύμισαν πως ήμουν πολύ μακριά από εκεί που με άφησε ο πατέρας. Γύρισα, έψαξα το φορτηγό, κανείς. Αχ πέτρες τι μου κάνατε. Μα έπρεπε, πριν τις φάω, να γυρίσω πρώτα. Περίμενα το αστικό, τους ήξερα όλους, οδηγούς και εισπράκτορες και με ξέρανε κι έκανα σήμα με το χέρι. Το λεωφορείο σταμάτησε με πήρε κι ήθελα να επιταχυνθεί ο χρόνος και να φτάσω πίσω κι έσπρωχνα με το μυαλό μου και φανταζόμουν τα χειρότερα. Πότε έφτασα στο σπίτι δεν το θυμάμαι. Αλλά ούτε ξύλο, ούτε τίποτα. Κάτι είχα κερδίσει, αλλά δεν ήξερα τι. Χρόνια αργότερα σε μιαν αίθουσα μουσείου στη Φλωρεντία αναγνώρισα μια από εκείνες τις πέτρες. Ήταν το κορμί ενός σκλάβου που έσπρωχνε την αμορφία του μαρμάρου και μου ελευθέρωνε τα παιδικά χρόνια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου