Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

Νίκος Καββαδίας, Βάρδια

Λοιπόν, ή μάνα μου ειχ’ ένα μπάρμπα καπετάνιο. Λεβέντης, πλούσιος, μέ τέσσερα πλεούμενα. Σαραντάρης, παντρεύτηκε τή Ζαφειριώ. Δεκαοχτάρα, ορφανή, άρχοντοξεπεσμένη. “Ομορφη. Έφερε μαστόρους άπό τήν Πάτρα κι έκαμε το πατρικό του, παλάτι. Μαόνι καί κρύσταλλο. ’Έμεινε κάμποσο καιρό μαζί της κι έπειτα μπαρκάρησε μέ το καλύτερό του καΐκι πού τό ’χε γράψει καί βαφτίσει στ’ όνομά της. Πήγαινε κι ερχόταν. “Ενα χάραμα σαλπάρησε γιά τή Σαβόνα. Τά μεσάνυχτα, έβαλε κλειδί στήν πόρτα του καί τή βρήκε καβάλα μ’ έναν Καλαματιανό πού λάδωνε τά μαλλιά του, τά κατσάρωνε σάν πούστης καί γύριζε τήν Κεφαλλονιά πουλώντας τσίτια καί τσατσάρες. Ό λεγάμενος έκανε νά πηδήσει άπό το παράθυρο ξεβράκωτος, μά τόν έσυρε άπό τά μαλλιά πίσω. Ή Ζαφειριώ, άλαλιασμένη, έκρυβε το μούτρο μέ τις παλάμες. Τότες ο μπάρμπας μου έστρωσε τραπέζι γιά τρεις, άναψε τά καντηλέρια καί τις λάμπες, άνοιξε μιά μποτίλια πομάρ, χαβιάρι καί χοιρομέρι καί τούς έβαλε μέ το ζόρι στό τραπέζι.
« — Φάτε, τούς είπε, έχετε άνάγκη άπό δύναμη. »
Ή ψυχοπαίδα τους μέ το νυχτικό φάνηκε στήν πόρτα.
« — Σύρε μωρή σκρόφα κοιμήσου καί τσιμουδιά, γιατί θά σου κόψω τόν κώλο. »
Καθώς κερνούσε, χύθηκε κρασί καί χρωμάτισε το ρούσικο
λινά τραπεζομάντιλο. Μέ τά βρεμένο του χέρι τούς άλειψε τά κούτελο.
« — Γούρι.
« — Κωνσταντή, σκότωσέ με καλύτερα τώρα, μά μή μέ βασανίζεις. Πέταξέ με στά δρόμο, βγάλε ντελάλη νά τά φωνάξεις, όμως άσε με νά ντυθώ. »

Μόλις ξημέρωσε, έδιωξε μέ μιά κλωτσιά τάν Καλαματιανό, άφου πρώτα του ‘κοψε τά δυό μπατζάκια του πανταλονιού, ήπιε καφέ καί πήγε στάν καφενέ, πού ‘χε ναργιλέ δικό του. Τή νύχτα κοιμήθηκε μαζί της καί τήν άλλη το ϊδιο. ‘Ένα μήνα τήν πήδαγε καί μόλις χάραζε, ξεκίναγε γιά τά χτήματα.
« — Κωνσταντή, του ‘πε ή Ζαφειριώ ένα μεσημέρι, ξεχνάς κάτι λεφτά κάτου άπά τά προσκέφαλο καθημερινά.
« — Δέν τά ξεχνάω, της άποκρίθηκε. Πληρώνω πάντα τις πουτάνες πού κοιμαμαι μαζί τους. »
‘Ένα μεσημέρι ή θειά μου πέταξε τό αίμα πάνου στό τραπέζι τήν ώρα πού τρώγανε καί πέθανε λίγες μέρες κατόπι. Ό καπετάνιος δέν άφησε κανένα νά μπει στά σπίτι. Τή στόλισε μοναχός του καί τά μεσάνυχτα —τά πρωί θά τή βγάζανε— σήκωσε τά φουστάνια της (τό ’πε έπειτα άπό καιρό ή δουλίτσα πού παραμόνευε), καί τήν έφτυσε στά σκέλια μουρμουρίζοντας « φτού σου, σκρόφα ». Τόν έφτασα θεόστραβο, έκατοχρονίτη, νά κάθεται σ’ ένα σκαμνί, όξου άπά τά σπίτι του, άντίκρυ στή θάλασσα. Αυτές είν’ οί γυναίκες. Ό γραμματικός άποκρίθηκε άπότομα.
—Άντρας νά σου πετύχει ό μακαρίτης… Παλικαράς Άν είχε πλάτες καί προίκα, θά τά σκέπαζε. Μά βρήκε τήν ορφανή νά βγάλει τά άχτι του. Μπορούσε νά τήν πομπέψει, νά τή σκοτώσει. Άντρίκεια όμως. Είμαι σίγουρος πώς ή θειά σου θά ‘χει άγιάσει. Κι εκείνου άναβέ του κανένα κερί, γιατί δίχως άλλο θά ‘χει ούρά εκεί πού ’ναι. ‘Όχι γιά νά διώχνει τις μύγες. Ούρά σάν του διαόλου.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2017

Πέντε του Λιτοχώρου

                                                   Απαγορεύεται η αναδημοσίευση

1
Γέρο, έτσι με έλεγαν γέρο, ανέβα να καθαρίσεις το χιόνι από το Καψιμί, θα πέσει η στέγη, είναι από τσίγκια. Μου έδωσαν το φτυάρι μπήκα στον κουβά που είχε το βελόνι στην άκρη, μάλλον θα το έφεραν από το μηχανικό απέναντι... Τι να καθαρίσεις που ήταν ένα μέτρο πάχος κι είχε κιόλας σφίξει... μια δυο φτυαριές το ρισκάραμε να μείνει ακαθάριστο και να το αφήσουμε να λιώσει. Ο Ζώτος είχε βγάλει κιόλας το περισυλλογής από τον όρχο μπροστά στα μαγειρεία, είχε διπλώσει μια νταλίκα λέει στις στροφές του Πλαταμώνα κι είχε κόψει την κυκλοφορία, θα πήγαινε να ανοίξει το δρόμο. Φόραγε μια κουκούλα που άφηνε μονάχα τα μάτια γιατί το όχημα το οδηγούσες με το κεφάλι έξω χωρίς καμιά προστασία, α ρε Βασίλη, ακόμα τον θυμάμαι στις τελευταίες ετοιμασίες, συρματόσκοινο φτυάρια ως να φύγει για κάτω. Έξω από το στρατόπεδο περνούσαν κάτι Λιτοχωρινοί με σκι. Ἐπρεπε να πάνε σε κάτι σπίτια ψηλά στο χωριό να τους πάνε τσιγάρα και να δουν μην έχουν καμιάν άλλη ανάγκη. Είκοσι μέρες κράτησε. Τα μεγάλα χιόνια του 87 όπου έπιανες το μέταλο του άρματος και σου έκαιγε το χέρι, Αρδέννες του 44, οιωνεί εμπόλεμος, σ' ένα λευκό σαν χαρτί, η Κίρκη έκανε δεκαοχτώ ώρες ταξείδι ως να φτάσει για να με δει τέσσερις, το εμ τιβί έπαιζε στα μαγαζιά στην Κατερίνη σε όλες τις οθόνες. Το χιόνι έπεφτε έπεφτε όπως στο τελευταίο διήγημα των Δουβλινέζων του Τζόϋς και μου έστρωνε μελλοντικές γραφές. 

2
Κάποιος είχε βρει την κινηματογραφική μηχανή και κάτι φιλμ ασπρόμαυρα για τον πυρηνικό πόλεμο και κάναμε νυχτερινή στο καψιμί, ψοφόκρυο και στον ελληνικό στρατό υπάρχει μονίμως πρόβλημα απασχολήσεως σε τόσα αρχίδια, κυριολεκτώ, μαζεμμένα... να βγαίνουν οι αρχηγοί όπλου μετά να δηλώνουν το αξιόμαχον... Κάπου στην κατασκευή των αντιπυρηνικών ορυγμάτων ήρθε από την πύλη ο σκοπός να πει: Γέρος, επισκεπτήριο. Επισκεπτήριο εγώ, τετρακόσια χιλιόμετρα από την περιοχή ενδιαφέροντος μου; Στην πύλη με περίμενε η Ναυσικά,το είπε ότι θα έλθει και το έκανε. Κατερινιώτισσα στο Λιτόχωρο δεν κατέβαινε
εκτός κι αν ήταν για ορειβατικούς λόγους η σε κανένα περίπατο με τέσσερα επί τέσσερα κι αυτή είχε έρθει με το λεωφορείο της γραμμής. Πήγαμε στο παγκάκι δίπλα στην πύλη κάνοντας τα τυφλά κουτάβια του έρωτα... έχει πολύ ήλιο στην Ελλάδα για να καταλάβεις τη μεταφυσική του κρύου. Και μείναμε εκεί ως το τελευταίο λεωφορείο για πίσω. Ελάχιστοι ξέραν τότε την Ευδοκία κι εμείς την παίζαμε σε παραλλαγές και σε συνωμοσία με το Νίκο το λοχία το σκηνοθέτη... Με το που μπήκα στο καψιμί γυρίζοντας ξέσπασαν σε χειροκρότημα για το γέρο και ιαχές... απότι φαίνεται η ενημέρωση ήταν συνεχής για τα τεκταινόμενα στην πύλη. Και τώρα θα πρέπει να τελειώσω την αφήγηση με μια αποστροφή που να σας πιάσει τα σπλάχνα για τη φυγή του χρόνου και τον άπορο έρωτα. Υπάρχει ένας τίτλος θεατρικού έργου που για μένα τα σημαίνει όλα από τη θέση της σκοπιάς στην πυλή εξοδούχων: Η καρδιά μου εκειπάνω στα Ψηλά.


Πήρα την πολιτική ταυτότητα από το πρώτο γραφείο, Κυριακή, σαν να μου δίνανε πίσω μια ζωή που πια είχα τόσο αλλάξει που δεν ήξερα τι να την κάνω. Είχα περάσει το προηγούμενο βράδυ σε μια Κατερίνη που έμοιαζε με λούνα παρκ στην καλοκαιρινή της εκδοχή. Περιφερόμουνα για μια συνάντηση. Τίποτα. Η ζωή δε με ήθελε. Το απολυτήριο ήταν μια δίψα που έκαιγε όλα τα χαρτιά. Τον καλύτερο τρόπο να σε κλειδώνει απέξω του τον έχει ο στρατός. Από την πύλη της εικοσιτρία ως την πλατεἰα απάνω όλοι οι δεσμοί είχαν σπάσει. Ήμουν ένας κανένας κι αυτό το έπιανα στο στομάχι σαν ναυτία. Πήρα ένα ταξί ως την εθνική και στο πρώτο λεωφορείο που περνούσε σήκωσα χέρι για κάτω, προς Αθήνα, με κάτι που τέλειωνε και θα ήταν, το ήξερα, τόπος μιας απέραντης νοσταλγίας. Ο Τόμας ντε Κουίνσυ μας αποκάλυψε την αφόρητη αίσθηση του να ψάχνεις μιαν Άννα σε μια πόλη, να μην τη βρίσκεις, κι αυτή πιθανόν να είναι στο αποκάτω στενό.
[΄Οπως απεδείχθη, χρόνια μετά, λίγο μετά, ένα αυτοκίνητο με έψαχνε στα πρόσωπα των περαστικών. Οι χρόνοι της ζωής δεν συνέπεσαν για μια συνάντηση. Μας απομένει όμως μια μόνιμη δυνατότητα σε ένα κόσμο ρεμβασμού να βλέπουμε τις ποιητικές διαστάσεις αυτής της μη συνάντησης, σαν τη μητέρα όλων των παρά λίγο που τόσο μας συγκινούν στις κινηματογραφικές αίθουσες]
 
4
Αυτός που θα πήγε να ανάψει το καντήλι στο παραλιακό κοιμητήριο της Ακράτας κι είδε κάτω από τον σιδερένιο κρίκο το τσιγάρο, θα παραξενεύτηκε. Το τάφο τον διακρίνεις γιατί είναι κατάμαυρος στους υπόλοιπους λευκούς. Μαύρο πρόβατο Σακκελαρά ακόμα και στο θάνατο. Στην πόρτα της εκκλησίας ανήμερα Χριστούγεννα μου το είπε ο νεωκόρος:Τα ΄μαθες, ο δικός σου μας άφησε χρόνους, στουκάρησε με αμάξι έξω από το σπίτι του και πάει. Σκέφτηκα τα κορίτσια, Κορινός Αλεξάνδρεια Βροντού, το τελευταίο βράδυ που έφευγε, ο Αργύρης, ο ευσταλής με όλη τη στρατιωτική λαογραφία του μπλάνκο πάνω του, που έλεγε θ' ανοίξω μπαρ και το άνοιξε και πήγα κι έλεγα στο γκαρσόνι τον ιδιοκτήτη θέλω και ειδωθήκαμε για τελευταία φορά. Δεν του έκατσε η αγάπη κι αυτό είναι πιο πολύ που με πονάει. Γιατί αυτός έδινε απλόχερα αλλά που παραλήπτες. Όπως τότε που έβγαλε το αμπέχωνο για να το πάμε δώρο στη Ναυσικά, να το φοράει στην Κατερίνη και να ψάχνονται από πιο στρατόπεδο το είχαν τσιμπήσει. Τώρα κοιμάται και χτυπάει ο ήλιος και η βροχή την πορσελάνη της φωτογραφίας του στον μαύρο τάφο σε όλους γύρω τους λευκούς, η σειρούλα μου, το κολλητάρι μου,το μαύρο πρόβατο ως και στο θάνατο με τα μαλλιά ξανθά και βούρτσα να τον αφήνει ο χρόνος μιαν εικόνα απείραχτη όσο εμάς μας γερνάει.

5
Ήρθε νέος, μου είπαν, λόγω επιστράτευσης... μόλις έκλεισα το καψιμί πήγα και τον βρήκα στα σκαλιά της αναφοράς. Φιλαράκι του λέω, ούτε που μίλησε. Πήγα στο θάλαμο, σενιαρίστηκα και ξαναγύρισα... πάλι δε μίλαγε. Άρχισα τις απειλές για καψόνι, θα μετρήσουμε με σπίρτα την περίμετρο και τέτοια, ώσπου μου το έσκασε το παραμύθι ότι ο πατέρας του είχε αυτοκτονήσει λίγο καιρό πριν. Κοίτα μαλάκα, του λέω, μην κοιτάς τώρα που είναι επιστράτευση, μόλις περάσει θα βγεις εξοδούχος Κατερίνη, είσαι ωραίο παιδί και το μουνί θύελλα. Θα ξεχάσεις όχι τον πατέρα σου, αλλά και τη μάνα σου μαζί. Μαλακά στη σκοπιά είπα όπου έπρεπε μην ανοίξει κανένα τελαμώνα και μας τιναχτεί... Πέρασε ο καιρός κι ένα βράδυ, δώδεκα έφταναν οι τελευταίοι από Κατερίνη, χοροπήδαγε στο διάδρομο, θαλαμοφύλακας εγώ, το πρώτο φλέρτ. Γύρισα και του έκανα με το δάχτυλο, "τι σου έλεγα;", κι ήρθε καταπάνω μου να μου δώσει μπουνιές, η πληρωμή των προφητών. Μ' άφησε μέσα γιατί ο θάνατος του πατέρα του τον είχε κάνει προστάτη οικογενείας... Είχαμε ψυχρανθεί όταν έφυγε, συμβαίνουν αυτά, κι εκεί που έλεγα το κωλόπαιδο ούτε γεια, σηκώνω την κουβέρτα που τύλιγε το μαξιλάρι να πέσω για ύπνο κι ανάμεσα σ' ένα τσιγαρόχαρτο από πακέτο ένα τσιγάρο και γραμμένο με στυλό ένα "ευχαριστώ για όλα". Είχε μάθει κιόλας πως αποχαιρετιούνται οι άντρες. Το τσιγαρόχαρτο, ακόμα το κρατάω.

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Ευσεβείς πόθοι (για να αρχίσει ο χρόνος )

Τη φοβερή ζωή σας, τη γεμάτη, με τη ρωγμούλα της
που δεν θα έφτανα να την γεμίσω σαν ο άλλος,
τι να γεμίσω, εδώ παραπατάω από φιλιά, και δυο
στενά πιο κάτω δέσαν οι χρόνοι και με γύρισαν
σε σώμα που μόλις αντέχει, στα δεκαεφτά, γι αυτό
τη φοβερή ζωή σας, που η ρωγμή της χρόνο
με το χρόνο έχει γίνει στενό στο χάρτη που χω-
ρίζει ηπείρους, λέω να τη ζηλέψω αύριο.

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

Ένα σημείωμα για το Σωτήρη Παστάκα

Τα λίγα αυτά ποιήματα είναι να πούμε τα μοντερνιστικής κοπής, που αντέχουν με κριτήριο τα επόμενα της τελευταίας εξαετίας. Είναι σαφής η προσπάθεια του εκβιασμού του χρόνου πάνω στο υλικό ώστε να μας δώσει τώρα αυτό που επιφυλάσσει το μέλλον του. Ο Παστάκας αποφεύγει να μεταφράσει Μοντάλε, αλλά έργω είναι ο καλύτερος αναγνώστης του στα ελληνικά. Κι ο αμετάφραστος κατά τη γνώμη μου στα ελληνικά Μοντάλε, στα ποιήματα της πρώτης εποχής του Παστάκα θα βρει μοχλό αν κάποτε μεταφραστεί.
Ο Παστάκας βρίσκει το αναμφισβήτητο και προσωπικό πάσο όταν εγκαταλείποντας την απαίτηση του μοντερνιστικού ποιήματος για μεγάλη ενατένιση χρόνου και ακολουθώντας την τάση του να θύει στο παρόν, κάνει το αντίστροφο.
Αφήνει ελεύθερο το χρόνο να αποφασίσει για το διακύβευμα του ποιήματος. Αφήνει τη στιγμή να γίνει Ιστορία χωρίς έγνοια να την φορτώσει χρόνο Ιστορίας. Δηλαδή μια διαδρομή από την αφηγηματική έπαρση στην αφηγηματική ταπεινότητα. Από το φυτό από μάρμαρο για μαρωνίτηδες και βαγενάδες στο χλωρό φυτό που καλεί τον αναγνώστη να προσθέσει τη ζωντανή του θέρμη στον πυρετό του ποιήματος.
Αυτά τα ολίγα και καλή χρονιά σε όλους.
Μακριά από τοξικούς και χειριστικούς ανθρώπους
κι όλα θα είναι καλύτερα.

Ο άνθρωπος που δεν πονούσε όταν πόνεσε

Δεν πρόλαβε να νιώσει τη χαρά ότι πια ήταν ο άνθρωπος που πονούσε και το έλεγε όταν πονούσε κι όχι ο άνθρωπος που δεν πονούσε παρά μόνο πολύ καιρό μετά, γιατί το εσύ στο οποίο πήρε το θάρρος να το ομολογήσει δεν τον πήρε στα σοβαρά και τον ενέπαιξε. Αυτό δεν ήταν και τόσο άσχημο. Διότι αποτέλεσε μια στοιχειώδη και εξ οράνω άμυνα στην εξομολόγηση. Κι έτσι το μάθημα πήρε την εξής μορφή: μπορούμε να λέμε σε όποιον μας πόνεσε ότι μας πόνεσε και μάλιστα εκ του ασφαλούς. Κανένας δεν είναι τόσο δυνατός ώστε να μπορεί να σταθεί στον πόνο που δίνει στον άλλο πρόσωπο με πρόσωπο και να τον αναλάβει. Τώρα ο άνθρωπος που πονούσε και δεν το ομολογούσε θα πρέπει να ψάξει καινούριους ανθρώπους ικανούς να αναλαμβάνουν τον πόνο που δίνουν γιατί τα συναισθήματά του έχουν δευρυνθεί, έχει το αληθινό σθένος του πόνου που του δίνουν πια οι άλλοι και δεν αξίζει να χαραμίζει την παρουσία του σε ανθρώπους που ζώντας μια ζωή δεν κατάλαβαν εκείνο το φοβερόν που λέει ο Δοστογιέβσκης, ότι το κακό δηλαδή το κάνουν οι νομιζόμενοι καλοί. Κι αυτή σκληρή ειλικρίνεια είναι η μόνη που μπορεί να τους ελευθερώσει και να τους αξιώσει να κάνουν επιτέλους το καλό ως καλοί.

Εις το πεντηκοστόν όγδοον του βίου του

Έχω να κάνω πολλούς ευτυχισμένους, είπε,
και δε γίνεται...
Είναι κάπως σαν από κάπου
να μου δόθηκε το πολύ
για να νιώσω πως είμαι άνθρωπος
παναπεί αδυναμία κι απ' τις ευτυχίες.
Γι αυτό κι εγώ διάλεξα φέτος ένα παιδί
που ο χρόνος άδειασε χωρίς πατέρα
και μέσα από αυτό, αγαπημένοι μου,
να σας καλέσω έναν έναν και προς μία
κοινή σε όλους ευτυχία.

Τιμή

Τι τιμή να σε βραβεύει η Ακαδημία Αθηνών
που οι δύο Νομπελίστες και όλοι οι μεταπολεμικοί ποιητές
δεν πέρναγαν απέξω
τον όγδοο χρόνο της κοινωνικής εξαθλίωσης τη χώρας.

Μήτηρ Πάσης Μαθήσεως

Δεν εγείρεται συναίσθημα απωλείας εκεί όπου δεν υπάρχει απώλεια. Απλώς όποιος βλέπει απώλεια τη βλέπει κατά το μέτρο της εξάρτησής του από τη χυδαιότητα της τρέχουσας δημοσιότητας. και μάλιστα χυδαιότητα άπραγη γιατί δεν κυρώνει. Έτσι ενώ εσύ καλοαγαπημένος κι εύχαρις απολαμβάνεις τη ζωή του συγγραφέα που επικοινωνεί οριζοντίως με τα πρόσωπα του θαυμασμού του εν ζωή, διάγοντας βίον λεκτόσπαρτον, ανέφελον και επιθυμητικόν, οι εξαρτημένοι της δημοσιότητας, ανησυχούν μην και αντιστέκεσαι σ' αυτό που τους συντρίβει. Θα δώσω το ένος λεπτού σιγή για τους αναγκεμένους και τους άρρωστους από δημοσιότητα και θα επιστρέψω εκεί όπου υπάρχει ευρυχωρία για σχέδια ατραυμάτιστα από επιθυμίες χθαμαλές και απελπισίες δικαίωσης. Διότι και το κείμενο αυτό αποτελεί δικαίωση της πρόθεσης της γραφής του. Ας το επαναλάβουμε λοιπόν: Δεν εγείρεται συναίσθημα απωλείας εκεί όπου δεν υπάρχει απώλεια... Λυπάμαι αν θα έπρεπε να υπάρχει...

Περί Γεωργίου του Τρίτου της Αγγλίας

Τον έπιασε πονόδοντος σ' ένα λιμάνι της Βραζιλίας, τον βοήθησε, την έφερε στην Ελλάδα και την παντρεύτηκε και του έκανε και δυο αγοράκια. Αυτή κατέβαινε στο Πειραιά για ψώνια ώσπου κάποια μέρα, άφησε τα παιδιά ψώνισε άλλον ναυτικό βραζιλιάνο κι έφυγε κι ο σύζυγος να την ψάχνει... Μετά μας έσκασε και το παραμύθι. Η Βραζιλιάνα δούλευε πουτάνα στο λιμάνι όλη τη βδομάδα και τις Κυριακές, για διασκέδαση, πηδιόταν με τα μεγαλύτερα αδέρφια της που την περνούσαν πολλά χρόνια σε ηλικία.Όπως έλεγε η συχωρεμένη η Γαβριέλα είμαι ιερόδουλος, διότι έτσι εγεννήθην. Όθεν η ροπή βασιλεύει σαν του εξαρτημένου που τρέχει στις ίδιες παλιές αγορές να ψωνίσει μετά ακόμα και πολύχρονη απουσία. Κι αυτό είναι καλό να το ξέρει ο αυτόκλητος σωτήρ που ονειρευεται ιεραποστολικώς να βάλει μια πουτάνα στον ίσιο δρόμο. Όχι μονάχα θα πάρει το νταβατζή της προς τον δρόμον της ροπής της, αλλά θα είναι και θυμωμένη που γίνεσαι χαλασμένο γραναζάκι που τρίζει στην άνοδό της προς το τίποτα. Ανθρώπους με σύνδρομο εκπτώσεως από όσα τους χρωστάει η ζωή δεν βοηθάμε. Διότι μωρό μου, ο Γεώργιος ο τρίτος της Αγγλίας, όταν συνήλθε από την πορφυρίαση έβαλε να εξαφανήσουν όσους τον είχαν δει και βοηθήσει σε στιγμές αδυναμίας. Και μην φαντάζεστε ότι το βασιλιάς και το Αγγλίας υπερθεματίζει. Στην ψωνάρα πάνω, εκεί που έχουμε φτάσει, το βρίσκεις και στο ντεσεβώ του Τλούπα στην αποξηραμένη Κάρλα.

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Πρόλογος σ' ένα Εγκόλπιο στίχων του Νίκου Καρούζου

Ο Λορεντζάτος γράφει πως η ποίηση του Καρούζου είναι ασπόνδυλη. Ενώ αυτή έχει εμφανείς σπονδύλους από ηρακλείτεια φυσήγματα. Ο Λορεντζάτος, όπως όλοι σχεδόν οι μοντερνιστές κριτικοί, όσο πιο κοντά μιλάνε στο παρόν, τόσο πιο άστοχοι είναι. Γιατί η σχέση τους με το χρόνο είναι επιβεβαιωτική κύρους και σπανίως έως ολότελα διαπιστωτική. Ο Καρούζος ας πούμε με την καθέτως παράταξη των φραγμέντων του ομολόγησε με τον Άρβο Παρτ στη μουσική, για να πάρω ένα παράδειγμα που περιέχει και την πλάγια έγνοια για τους Πατέρες της Εκκλησίας. Δεν είναι το ασπόνδυλο στον Καρούζο είναι ο κορσές της ευταξίας του μοντερνιστικού ποιήματος που του προσάπτουν. Γι αυτό κι ο καημένος ο Λορεντζάτος μεταφράζει τον Μοντάλε, αλλά αδυνατεί να δει πως ο Μοντάλε και ο Καρούζος είναι δυο απαντήσεις στην μοντερνιστική ποίηση. Και ούτε βέβαια μπορεί να διακρίνει την ΄πίεση του μοτσαρδιανής κοπής έργου του Ελύτη με τον οποίον ο Καρούζος αδιακόπως συνομιλεί. Έχω την τιμή να ανήκω σε μια γενιά που επέβαλε τον Καρούζο στον κανόνα, παρά τη δυσφορία και την δυσανεξία του πανεπιστημιακού λόγου, τα διδακτορικά το δείχνουν, που σωστά και σαφώς βιώνει την απειλή που αποτελούν οι στιγμιαίες αναρρήσεις στο υψηλόν της ποίησής του για το απρόσκοπτο άσκησης της εξουσιαστικής του λήθης που ενέχεται και συνδαυλίζει το μοντερνιστικό ποίημα, όπου στα μη συμφωνημένα υπονοούμενά του εγκαθιστά το φαρισαϊσμό και τον εφησυχασμό, καθότι, όπως είπε ο Λακάν, σπανίως το πανεπιστήμιο εσχάτως παράγει γνώση. Ο Καρούζος είναι το σθένος απέναντι στον ερμηνευτικό αυταρχισμό του μοντερνιστικού ποιήματος.