Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Νίκος Καββαδίας, Βάρδια

Λοιπόν, ή μάνα μου ειχ’ ένα μπάρμπα καπετάνιο. Λεβέντης, πλούσιος, μέ τέσσερα πλεούμενα. Σαραντάρης, παντρεύτηκε τή Ζαφειριώ. Δεκαοχτάρα, ορφανή, άρχοντοξεπεσμένη. “Ομορφη. Έφερε μαστόρους άπό τήν Πάτρα κι έκαμε το πατρικό του, παλάτι. Μαόνι καί κρύσταλλο. ’Έμεινε κάμποσο καιρό μαζί της κι έπειτα μπαρκάρησε μέ το καλύτερό του καΐκι πού τό ’χε γράψει καί βαφτίσει στ’ όνομά της. Πήγαινε κι ερχόταν. “Ενα χάραμα σαλπάρησε γιά τή Σαβόνα. Τά μεσάνυχτα, έβαλε κλειδί στήν πόρτα του καί τή βρήκε καβάλα μ’ έναν Καλαματιανό πού λάδωνε τά μαλλιά του, τά κατσάρωνε σάν πούστης καί γύριζε τήν Κεφαλλονιά πουλώντας τσίτια καί τσατσάρες. Ό λεγάμενος έκανε νά πηδήσει άπό το παράθυρο ξεβράκωτος, μά τόν έσυρε άπό τά μαλλιά πίσω. Ή Ζαφειριώ, άλαλιασμένη, έκρυβε το μούτρο μέ τις παλάμες. Τότες ο μπάρμπας μου έστρωσε τραπέζι γιά τρεις, άναψε τά καντηλέρια καί τις λάμπες, άνοιξε μιά μποτίλια πομάρ, χαβιάρι καί χοιρομέρι καί τούς έβαλε μέ το ζόρι στό τραπέζι.
« — Φάτε, τούς είπε, έχετε άνάγκη άπό δύναμη. »
Ή ψυχοπαίδα τους μέ το νυχτικό φάνηκε στήν πόρτα.
« — Σύρε μωρή σκρόφα κοιμήσου καί τσιμουδιά, γιατί θά σου κόψω τόν κώλο. »
Καθώς κερνούσε, χύθηκε κρασί καί χρωμάτισε το ρούσικο
λινά τραπεζομάντιλο. Μέ τά βρεμένο του χέρι τούς άλειψε τά κούτελο.
« — Γούρι.
« — Κωνσταντή, σκότωσέ με καλύτερα τώρα, μά μή μέ βασανίζεις. Πέταξέ με στά δρόμο, βγάλε ντελάλη νά τά φωνάξεις, όμως άσε με νά ντυθώ. »

Μόλις ξημέρωσε, έδιωξε μέ μιά κλωτσιά τάν Καλαματιανό, άφου πρώτα του ‘κοψε τά δυό μπατζάκια του πανταλονιού, ήπιε καφέ καί πήγε στάν καφενέ, πού ‘χε ναργιλέ δικό του. Τή νύχτα κοιμήθηκε μαζί της καί τήν άλλη το ϊδιο. ‘Ένα μήνα τήν πήδαγε καί μόλις χάραζε, ξεκίναγε γιά τά χτήματα.
« — Κωνσταντή, του ‘πε ή Ζαφειριώ ένα μεσημέρι, ξεχνάς κάτι λεφτά κάτου άπά τά προσκέφαλο καθημερινά.
« — Δέν τά ξεχνάω, της άποκρίθηκε. Πληρώνω πάντα τις πουτάνες πού κοιμαμαι μαζί τους. »
‘Ένα μεσημέρι ή θειά μου πέταξε τό αίμα πάνου στό τραπέζι τήν ώρα πού τρώγανε καί πέθανε λίγες μέρες κατόπι. Ό καπετάνιος δέν άφησε κανένα νά μπει στά σπίτι. Τή στόλισε μοναχός του καί τά μεσάνυχτα —τά πρωί θά τή βγάζανε— σήκωσε τά φουστάνια της (τό ’πε έπειτα άπό καιρό ή δουλίτσα πού παραμόνευε), καί τήν έφτυσε στά σκέλια μουρμουρίζοντας « φτού σου, σκρόφα ». Τόν έφτασα θεόστραβο, έκατοχρονίτη, νά κάθεται σ’ ένα σκαμνί, όξου άπά τά σπίτι του, άντίκρυ στή θάλασσα. Αυτές είν’ οί γυναίκες. Ό γραμματικός άποκρίθηκε άπότομα.
—Άντρας νά σου πετύχει ό μακαρίτης… Παλικαράς Άν είχε πλάτες καί προίκα, θά τά σκέπαζε. Μά βρήκε τήν ορφανή νά βγάλει τά άχτι του. Μπορούσε νά τήν πομπέψει, νά τή σκοτώσει. Άντρίκεια όμως. Είμαι σίγουρος πώς ή θειά σου θά ‘χει άγιάσει. Κι εκείνου άναβέ του κανένα κερί, γιατί δίχως άλλο θά ‘χει ούρά εκεί πού ’ναι. ‘Όχι γιά νά διώχνει τις μύγες. Ούρά σάν του διαόλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου