Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

Για τη Ζωγραφική του Γιάννη Δημητράκη

1157748_10151803629963535_1618439414_n

Η χρήση της ζωγραφικής ειναι ο συγχρωτισμός μαζί της. Ένα τέτοιο συγχρωτισμό μου προσφέρει κάποια χρόνια ο Γιάννης Δημητράκης στους χώρους κοινωνικής δικτύωσης. Εδώ κάποια αποσπάσματα συγχρωτισμού:

Οι παλιές εγκυκλοπαίδειες στολίζουν τα αρχιγράμματα με την αρχαία εικόνα από όπου κατάγεται το γράμμα. Το Άλφα ας πούμε είναι η διαδοχική κατάληξη ένός ανεστραμμένου κεφαλιού αγελάδας. Ο Δημητράκης εκεί, αναμοχλεύει την εικονική καταγωγή του γράμματος. Είναι ένα είδος εφευρέτη μιας ιερογλυφικής γραφής, που φανερώνει πόσο από την εικόνα απομένει στο γράμμα.

Οι εμμονές σε ένα θέμα δίνουν αναγνωρισιμότητα. Ο Δημητράκης καλεί τα άλογα τα κοκόρια και τα πουλιά να συνδέσουν το όνομά του με τη ζωγραφική.  Μια ζωγραφική που όταν δεν γραμματίζεται είναι στίξη και επίθεση χρώματος. Καλύτερα επίθεση προς στίξιν.

Αν υπάρχει ένα ήθος γι αυτή την επίθεση προς στίξιν είναι η σπατάλη του χρώματος.
Καθαρό, πλακάτο, αποτελεί την προσωπική λύση στη σχηματοβόρα παρουσία του ελληνικού φωτός. Με μουσικούς όρους  η επίθεση των χρωμάτων καθορίζει το ματζόρε ή το μινόρε της σύνθεσης.
Το ποίημα τείνει προς την ελεγεία και ο πίνακας προς την πατίνα του. Υπάρχει μια ολόκληρη σειρά πινάκων όπου η ζωγραφική του προσθέτει στο περιστατικό χρόνο
προζωγραφίζοντας την πατίνα του.

Μέσα από τη γραμματοποίηση των εικόνων την χρωματική στίξη δια επιθεσεως  και την επίθεση της πατίνας του χρόνου, ο Δημητράκης διαθέτει έναν αναγωρίσιμο τρόπο
να ξαναδιαβάσει όλη τη ζωγραφική. Να σπάσει την παραστατικότητα κάθε θέματος σε χρωματικούς τόνους, να οργανώσει προς ατονικούς τόπους τις κινήσεις επιχρωματισμού και να τις αφήσει ως μνημείο των χεριών του που κινήθηκαν πάνω στην επιφάνεια.

Μια ζωγραφική που διαβάζεται σε διπλό κλειδί. Ο αφελής απολαμβάνει τη μελωδία των χρωμάτων, ο σχετικός και το κονταπούντο των συσχετισμών τους. Τελικά ένα ναι στη ζωή και στη ζωγραφική που η μόνη ποίηση που θα της άξιζε να τη συνοδεύει είναι η ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη.

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2018

Βόρτεξ

στο Χρίστο Αγγελακόπουλο
...αυτό το θα θα θα θα της καύλας, το γραπτό στρηπ τηζ, η διάφυλη σχέση δεν υπάρχει, δεν μπαίνει σε αυτόματο πιλότο του περιοδικού κλικ η αγάπη, κοίτα αυτόν που λέει ότι θα σε σκίσει να το εννοεί συμβολικώς γιατί αλλιώς θα σε σκίσει πραγματικώς κι θα σε βάλει στην κατάψυξη... ο πόθος ορέγεται τα χείλη των οπών, συμπεριλαμβάνονται και τα βλέφαρα, και μαζί με το βυζάκι σου συγκατοικεί άκουσον άκουσον το κόπρανο και το βλέμμα, δεν είναι το σώμα σου στον καθρέφτη αυτό που σε κομματιάζω ως σώμα... κραγιόν στις θηλές και στις πηγές των αιμορροίδων, ο Ρενουάρ που απλώνει χρώμα με το πέος του, το γαιδουροτόμαρο του Μπαλζάκ που σε κάθε εκπλήρωση φαντασίωσης μικραίνει, εκεί που πας να κατοικήσεις τα λογάκια σου υπάρχει συνωστισμός σβησμένων γυναικείων ηφαιστείων, η τελευταία υπόσχεση είναι μια αθωότητα για σπάσιμο για εκμαυλισμό σε πολλαπλούς οργασμούς, να σε γαμήσω σαν δεκαπεντασύλλαβο... τα καλά κυλοτάκια πέφτουν με ψαλίδι μωρό μου, και οι μεγάλες ερωμένες δεν γράφουν, γράφονται...

Η Φωνή, Κωστής Παλαμάς


28279693_2108393732510415_3649420366203197293_n

Παλαμικά Σκαλαθύρματα

Το πρόβλημα με τον Παλαμά, από εκεί και η ανάγκη μιας γλωσσικής κάθαρσης και μεταφοράς υλικών της ποίησής του στο παρόν είναι η παρωχημένη γλώσσα της επιθυμίας που χρησιμοποιεί, και που ο ερωτισμός της αναπτύσσεται κυρίως στο έργο του Βάρναλη. Ο Παλαμάς είναι μια ηττημένη από το χρόνο γλώσσα της καύλας. Η δημοτική δεν τρέφεται από τη δημοτικιά της αγροτικής ζωής, αλλά αντίθετα από κεντρώματα της καθαρεύουσας, όπως απέδειξε το έργο του Ελύτη και του Εμπειρίκου. Εκεί είναι η μεγάλη ήττα της παλαμικής γλώσσας.
Πιθανότατα με το πέρασμα του χρόνου να κερδίσει περισσότερο καθώς θα γίνεται ιστορική λαλιά και θα απομακρύνεται από την εγγύτητα που βρίσκεται σήμερα. Είναι τόσο αδύναμη η γλώσσα του για να στηρίξει μιαν επίδειξη ματαιοδοξίας επαϊόντων που της φαίνεται το βρακί. Και η εκτύλιξη ενός πεπρωμένου ενός ποιητή βάτες που η προσέγγιση του εγωτισμού του γίνεται μέσω ενός θαυμασμού που αποκλείει τον αναγνώστη τις περισσότερες φορές, που δεν περιέχει νεύματα της κατάληψης του πρώτου προσώπου του ρήματος, το στεντόρειο της ανάγνωσης που γέρνει επικίνδυνα στο κωμικό, το όπως... έτσι της δαντικής παρομοίωσης, είναι στοιχεία που αφήνουν μια γεύση παρωχημένου. Ο Καβάφης που είδε αυτό το ρητορικό αδιέξοδο στις πρώτες δοκιμές του, αλλάζει παντελώς ηχητική. Μιλάμε για μιαν αποτυχία μεταφοράς του υψηλού στη δημοτική γλώσσα που είναι εμφανέστατη. Ο Γκίνσμπεργκ που επαναφέρει όσο επαναφέρει το στεντόρειο ύφος γίνεται ακουστός μέσα από την ρητορική του Εμπειρίκου πολύ καλύτερα από τις ρητορικές του Παλαμά και του Σικελιανού. Η ήττα της καθαρεύουσας είναι νίκη περήφανη ποιητικής.
Σήμερα η ποίηση του Παλαμά είναι υψηλά αποσπάσματα σε τεράστιες εκτάσεις αδρανούς ποιητικού υλικού. Μόνον έτσι μπορεί να γίνεται ανεκτός.

2
Ο Σικελιανός ονόμασε Αντίδωρο την επιτομή που έβγαλε στο Γαλαξία, θέλοντας να πει ότι η ποίηση που μερίζεται, παραμένει εις ολόκληρον στο μερίδιο. Περιμένω χρόνια, μετά από την εξαντλητική ανάγνωση του παλαμικού έργου, δύο πραγματάκια: Το ένα είναι τα μικρά λυρικά του, που μέσα τους υπάρχουν διαμάντια σαν το παρακάτω. Το δεύτερο είναι η εφαρμογή της σολωμικής μεθόδου στο παλαμικό σώμα της ποίησης για να φανεί και να κεντρώσει ποιητικές συνειδήσεις το ύψος των στίχων του. Αλλά τρώνε τον καιρό τους να μιλάνε για να επιβεβαιώσουν αυτά που έγραψαν άλλοι για τον Παλαμά, κι ο Παλαμάς γλιστράει στη λήθη κάτω από τη μύτη τους. Το στιχικό τουλάχιστον, όσο δούλεψε το μολυβάκι μου, κάποτε θα το επιχειρήσω.

Καχτίτσης και Κυλλήνη

166763_619586101391193_1530706410_n

Η σκηνή θα ξεκίναγε στο σταθμό του τρένου της Πάτρας με πανσέληνο... θα έμπαινε στο τρένο, και θα κατέβαινε τις ηλικίες ως τη Γαστούνη, ανάποδα... θα κατέβαινε παιδί στο σταθμό, σε άλλο χρόνο, να πάρει το τοπικό για το Λίντζι. Μετά ανακατεύονται τα παιδικά χρόνια, μια Καθαρή Δευτέρα στις θίνες και στο Κάστρο... η ληστεία του τραίνου από το Ριρίκα και Κυλλήνη, ο Άη Νικόλας όπως τον φωτογραφίσαμε με το Νίκο, πριν το σεισμό, με την ώχρα όπως και το απέναντι ημικυκλικό κτίριο της πηγής των λουτρών... τη μέρα που είδα να βγαίνει εκείνη η ξένη καβαλάρισσα μέσα από τα ευκάλυπτα... Σαν παρατημένο σχέδιο ανάπτυξης όλα τα σπάρτα στην κατηφόρα προς την ακτή και οι πικροδάφνες... αυτός ένας μεσόκοπος κύριος με λευχαιμία... δεν μπόρεσε να πιάσει τα μούσμουλα από αδυναμία σε εκείνο το όνειρο του Σινόπουλου... ο Νίκος Καχτίτσης κρατώντας από το χέρι του το παιδί που υπήρξε περπατάει αργά, με την πλάτη γυρισμένη στην κάμερα... τοπίο κάμπου της Ηλείας από τρένο... σκοτεινά πρόσωπα κοριτσιών... ο πατέρας ο σταθμάρχης με το χειροκίνητο σήμα του... το χαρτί της ταινίας που το πιάνει μετα δυο χέρια να διαβάσει κώδικα Μόρς... κι εσύ να κοιτάς το μαγικό μηχανάκι το χάλκινο και να γράφει το μελάνι ώρες αφίξεως... Το πράγμα θα τελείωνε στην Πάτρα... ένα χέρι που θα πετούσε στο νεκροταφείο της Παναγιάς των Αγγέλλων ένα αντίτυπο της Γάνδης... μετά ο Γιώργης Παυλόπουλος στο πανεπιστήμιο της Πάτρας... να λέει ο Τάκης κοκκίνιζε.. Φωτογραφίες γυμνασικαών χρόνων Ψηλά Αλώνια, να γράφω στο ημερολόγιο κάτω από το πεύκο πριν το ταξίδι στην Φλωρεντία... η Ελένη με τα θλιμμένα μάτια κάτω από τη νερατζιά Τριών Ναυάρχων... και πίσω ξανά μια σαιζλόνγκ με πανί κόκκινο να το φυσάει ο αέρας, στην παραλία στα ξέβαθα, ο Καχτίτσης εκεί με πρόσωπο θανάτου και να πάιζουν παιδιά στα νερά. Θάνατος στην Κυλλήνη. Κάτ. Ένα μάτι στο φακό... κοντά κοντά... όπως ανατέλει το δάκρυ και στάζει...

ΕΥΧΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ

Ασπιλε, αμόλυντε, άφθορε, άχραντε, αγνή Παρθένε Θεόνυμφε Δέσποινα, η Θεόν Λόγον τοις ανθρώποις τη παραδόξω σου κυήσει ενώσασα και την απωσθείσαν φύσιν του γένους ημών τοις ουρανίοις συνάψασα. Η των απηλπισμένων μόνη ελπίς και των πολεμουμένων βοήθεια, η ετοίμη αντίληψις των εις σε προστρεχόντων και πάντων των χριστιανών το καταφύγιον, μη βδελύξη με τον αμαρτωλόν, τον εναγή, τον αισχροίς λογισμοίς και λόγοις και πράξεσιν όλον εμαυτόν αχρειώσαντα, και τη των ηδονών του βίου ραθυμία, γνώμης δούλον γενόμενον. Αλλ’ ως του φιλανθρώπου Θεού Μήτηρ, φιλανθρώπως σπλασχνίσθητι επ’εμοί τω αμαρτωλώ και ασώτω, και δέξαι μου την εκ ρυπαρών χειλέων προσφερομένην σοι δέησιν, και τον σον Υιόν, και ημών Δεσπότην και Κύριον τη μητρική σου παρρησία χρωμένη, δυσώπησον, ίνα ανοίξη καμοί τα φιλάνθρωπα σπλάχνα της αυτού αγαθότητος, και παριδών μου τα αναρίθμητα πταίσματα επιστρέψη με προς μετάνοιαν, και των αυτού εντολών εργάτην δόκιμον αναδείξη με.Και πάρεσό μοι αεί, ως ελεήμων, και συμπαθής και φιλάγαθος, εν μεν τω παρόντι βίω, θερμή προστάτις και βοηθός, τας των εναντίων εφόδους αποτειχίζουσα και προς σωτηρίαν καθοδηγούσα με, και εν τω καιρώ της εξόδου μου, την αθλίαν μου ψυχήν περιέπουσα, και τας σκοτεινάς όψεις των πονηρών δαιμόνων πόρρω αυτής απελαύνουσα. Εν δε τη φοβερά ημέρα της κρίσεως, της αιωνίου με ρυομένη κολάσεως, και της απορρήτου δόξης του σου Υιού και Θεού ημών κληρονόμον με αποδεικνύουσα. Ης και τύχοιμι, Δέσποινά μου, Υπεραγία Θεοτόκε, δια της σης μεσιτείας και αντιλήψεως, χάριτι και φιλανθρωπία του μονογενούς σου Υιού, του Κυρίου και Θεού, και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. ́Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί, και τω Παναγίω, και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων.

Το τίμημα

Τη συνείδησή μου την ποιητική την έχω ήσυχη και τους έχω προλάβει. Αυτό το ανακάτεμα σύνολης της φιλοσοφικής κάποτε και της μουσικής δυτικής παράδοσης, στον καιρό τους θα προσεχτούν. Αλλά το τίμημα είναι ότι ο τύπος που τα γράφει έχει παράνοια, διαγνωσμένη αδιάγνωστη δεν έχει σημασία. Ως μάρτυρας που πήγε να υπογράψει αυτά που του έγραψαν οι δικηγόροι, έτρεμε. Ήταν εντυπωσιακό το πόσο έτρεμε  από το φόβο του. Στη μέση της δίκης μου έστειλε απειλητικό γράμμα… Ανήκει σε ομάδα κενταύρων και όπλα μαζί, που ενώ παράτησαν τη δίκη από αφραγκία και λυκοφιλία και την έχασαν, θα τους μάζευε αυτός ο τρεμάμενος να μου επιτεθούν ξανά. Τώρα μετά από κάτι χρόνια που έχω χάσει τα ίχνη του, μου στέλνει γράμμα και γραφή με ποινικά κολάσιμα πράγματα και ότι δήθεν ό,τι γράφω έχει στην άκρη την αφεντιά του. Το τι θα τραβάει από την αρρώστια του είναι για να τον γελάς και να τον κλαις μαζί. Όπως ξέρουμε η παράνοια είναι απωθημένη ομοφυλοφυλία. Έλα όμως που είναι πανάσχημος. Πάντως αν τηλεφωνεί και λέει στους αντιδίκους σαν αυτά που μου έγραψε σήμερα να τον κεράσω καφέ και να του πάρω και κανένα κυλοτάκι να το φοράει. Γελάω μονάχα και στην ιδέα τι θα λένε αφού κλείσουν το τηλέφωνο. Διότι η δικαιοσύνη τιμωρεί. Και σου στέλνει τον τρελό να τον έχεις διά βίου. Βρε παρανόια, φόρεσε κανένα φουστάνι και βγες, εσύ η ερωμένη του Θεού, μπας και συνέλθεις. Έντεκα χρόνια πέρασαν και με τέτοια φάτσα που έχεις, δεν πας καλύτερα να αυτοκτονήσεις κάνοντας το Μιμίκο και τη Μαίρη ταυτόχρονα, που υπάρχει άνθρωπος που θα ασχοληθεί με την τρέλα σου, εκτός κι αν είναι για να γελάσει. Άντε παλικάρι μου, ξεκόλλα. Έχουμε και δουλειές. Δεν ξέρω αν έχεις και παιδάκια. Έχει φορτηγατζήδες η Λεωφόρος Καβάλας να σε ξεσκίσουν, όπως ονειρεύεσαι. Γιατί εγώ ούτε με πετσέτα στη φάτσα.

Η Αγωνία της Διάκρισης

Όταν ξεκινάς τριάντα τόσα χρόνια πριν να μην κάνεις κρίσεις για να μη δυσαρεστήσεις, ο πληθική εποχή που ακολουθεί με μαθηματική ακρίβεια θα δημιουργήσει το παιδαιμόνιο μιας εντροπίας, όπου σημαντικοί και ασήμαντοι ποιητικοί λόγοι θα λιμνάζουν στον ίδιο χυλό. Αυτό που χρειάζεται για να συρθεί η πολυπόθητη γραμμή ανάμεσα στην ποίηση και την παραποίηση είναι η σκληρότητα να σταματήσει κάποιος να να είναι αρεστός σε φορείς εξουσιών και κυρίως η σκληρότητα να αποδεχτείς ότι είσαι ποιητής του ενός σονέτου.  Συνδικαλισμοί και ομαδοποιήσεις είναι σαν εκκλησίες χωρίς Θεό, από αυτές που ο Κίρκεγκααρντ στα τελευταία του έμενε απέξω. Η ποίηση παίζει μόνο με το χρόνο, και εμπαίζει όσους τη χρησιμοποιούν για να εκθλίψουν εξουσίες. Χρόνος μοναξιάς, λήθη του γραμμένου, και χάρη της στιγμής. Το καλό ποίημα χαράζει πρωτίστως την αδιαφορία της διάδοσής του. Πράγματα πολυτελή για την αγορά του στατιστικού μέσου. Διότι το δαιμόνιο θέλει αγορά. Και η αγορά είναι γεμάτη αλεπούδες με κομμένες ουρές που στη θέση τους έχουν λοφία. Η κατίσχηση έργω είναι δυσκολότατη υπόθεση στα φουσκωμένα σαν μπαλονάκια εγουλάκια. Και η ποίηση βγάζει μεροκάματο στον ουρανό.  Περαστικά.

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

ΜΕΤΡΑ ΕΠΙΠΟΛΑΙΟΤΗΤΑΣ, Του Νίκου Λάζαρη

Η ποιητική Ανθολογία τής καθηγήτριας νεοελληνικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο Κολούμπια τής νέας Υόρκης κυρίας Κάρεν Βαν Ντάικ, με τον εύγλωττο τίτλο "Μέτρα Λιτότητας", δεν είναι η μόνη ανθολογία νέων Ελλήνων ποιητών που έχει εκδοθεί πρόσφατα στη χώρα μας. Είναι όμως η μόνη που κυκλοφόρησε πρώτα στην Αγγλία σε δίγλωσση έκδοση από τον φημισμένο,εκδοτικό κολοσσό "Penguin" και στη συνέχεια στην Αμερική από τη σειρά των εκδόσεων "New York Review of Books",αλλά και η μόνη που έχει αποσπάσει άκρως εγκωμιαστικές κριτικές, τόσο από έγκριτες εφημερίδες και έντυπα (The Guardian,New Yorker,TLS κ.ά),όσο και από εγνωσμένης αξίας κριτικούς όπως είναι ο Βρετανός Τέρυ Ήγκλετον. Αξίζει λοιπόν τον κόπο, να αφιερώσουμε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο μας για να σχολιάσουμε, εν συντομία, αυτή την ανθολογία, με την ευκαιρία τής έκδοσής της στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις "Άγρα".
Και πρώτα απ'όλα να πούμε, ότι η εν λόγω ανθολογία δεν αποτυπώνει με ποιητικό τρόπο τις οδυνηρές συνέπειες τής οικονομικής κρίσης που πλήττει τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, όπως δηλώνεται εμφατικά στον τίτλο της και όπως ισχυρίζεται στον πρόλογό της η κυρία Βαν Ντάικ. Για τον απλούστατο λόγο, ότι από τα εκατόν τριάντα τέσσερα ποιήματα τής ανθολογίας, μόνο δώδεκα περιέχουν στοιχεία τής κρίσης. Ούτε όμως είναι αληθές,αυτό που υποστηρίζει αφελώς και άκριτα η ανθολόγος, ότι δηλαδή τα επαχθή μέτρα λιτότητας που επέβαλαν οι δανειστές στη χώρα μας, ανάγκασαν τους ποιητές και τις ποιήτριες να στραφούν στην ομοιοκαταληξία και στο μέτρο. Και τούτο γιατί από τους σαράντα εννιά ποιητές που περιλαμβάνονται στην ανθολογία μόνο τέσσερις χρησιμοποιούν ρίμα (οι τρεις ευκαιριακά) και μόνο ένας δεκαπεντασύλλαβο. Όσο για τον ισχυρισμό τής κυρίας Βαν Ντάικ ότι η ανθολογία της διακρίνεται για την ποικιλία της,θα μας επιτρέψει να πούμε ότι αυτή η ποικιλία υπάρχει μόνο στη φαντασία της. Εκείνο που διαπιστώσαμε εμείς διαβάζοντάς τα "Μέτρα λιτότητας" είναι τούτο: τα ποιήματα χαρακτηρίζονται από μια θλιβερή και εξόχως πληκτική ομοιομορφία.
΄Όμως το μείζον πρόβλημα τής πολυσυζητημένης ανθολογίας, συνίσταται στο γεγονός ότι τα περισσότερα κείμενα που περιέχονται σε αυτήν, δεν είναι ποιήματα. Είναι σκέψεις,προτάσεις,δηλώσεις,κραυγές,προσχέδια ποιημάτων,ποιητικίζοντες,άμουσοι, ανώριμοι, άτερπνοι στίχοι,αλλά όχι ποιήματα. Ουσιαστικά δηλαδή έχουμε να κάνουμε με μιαν ανθολογία μη ποιημάτων και μη ποιητών (εξαιρέσεις βέβαια υπάρχουν), η οποία εγείρει πολλά ερωτηματικά και απορίες για τη σύνθεσή της.
Με ποια λογική, για παράδειγμα, εκφράζει την ελληνική κρίση, ο Τουρκοκύπριος ποιητής Mehmet Yashin, ο οποίος δεν έχει ζήσει στην Ελλάδα και επιπλέον δημοσιεύει τα ποιήματά του (στην ανθολογία!) στα Τουρκικά; Με ποια λογική επίσης έχει θέση σε μιαν ανθολογία τής οποίας το θέμα είναι η ελληνική κρίση, ένα ερωτικό (!) ποίημα τού συγγραφέα Γκασμέντ Καπλάνι,γραμμένο, πολλά χρόνια πριν ξεσπάσει η ελληνική κρίση, στην Αλβανία; Επιπροσθέτως: είναι ο Καπλάνι ποιητής; Με ποια κριτήρια ανθολογούνται ως ποιητές, οι καλοί, οφείλουμε να ομολογήσουμε, πεζογράφοι Παπαμάρκος και Παλαβός; Με ποια κριτήρια ανθολογείται τόσο απλόχερα ο Γιάννης Στίγκας; Είναι τόσο καλός ποιητής, όσο επιχειρεί να μας πείσει η ανθολόγος, ή μήπως συμβαίνει να διαθέτει ξεχωριστές ικανότητες στις δημόσιες σχέσεις;
Τα ερωτήματα και οι απορίες θα μπορούσαν να συνεχιστούν επί μακρόν. Θα σταματήσουμε όμως εδώ.
Συμπερασματικά: Η ανθολογία τής κυρίας Βαν Ντάικ δεν δείχνει τις συνέπειες τής οικονομικής κρίσης στη χώρα μας,ούτε την κρίση τής ποίησης (κακή στιχοποιία όπως αυτή που κυριαρχεί στην ανθολογία, υπήρχε και πάντα θα υπάρχει). Δείχνει την κρίση των πάλαι ποτέ κραταιών εκδοτικών οίκων ("Penguin"κ.ά.), την κρίση των εφημερίδων ("The Guardian" κ.ά), αλλά και την κρίση που διέρχεται παγκοσμίως η λογοτεχνική κριτική (Ήγκλετον κ.ά). Πάνω απ' όλα όμως δείχνει τη μεγάλη σύγχυση (αληθινή τρικυμία εν κρανίω) που υπάρχει στο μυαλό τής κυρίας Βαν Ντάικ. Ο πραγματικός τίτλος τής πολυσυζητημένης ανθολογίας έπρεπε να είναι ο εξής: Μέτρα επιπολαιότητας. Ή, αν θέλετε κάτι ακόμη πιο σκληρό: Μέτρα γελοιότητας!

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

Πεντακό

Τυπώνονται το πολύ διακόσια. Κόστος εκτύπωσης 200 ευρώ. Ο συγγράψας παίρνει 125. Τα υπόλοιπα μοιράζονται, πάνε το σύνολον 15 στα βιβλιοπωλεία που κάνει διαφημιστικό η φυλλάδα που μας πατρονάρει. Στο κατάστημα μας καταθέτει 500 ευρώ. Καθαρό κέρδος  από 300 ευρώ και ανά συλλογή. Κι όλοι είναι ευχαριστημένοι.
Του κάνουμε και μια παρουσίαση στο βιβλιοπωλέιο που μας παίζει και είναι και χαρούμενος.  Αυτή είναι η πολιτική οικονομία της έκδοσης ποιημάτων στις αρχές του αιώνα.