Ο εκδότης του δεν ήξερε καμιά ξένη γλώσσα. Αυτό είχε την καχυποψία σαν κυρίαρχο στυλ και ταυτόχρονα ως αναπλήρωση τα λογιστικά της τυπογραφίας. Το μεγαλύτερο κατόρθωμα, τα περιεχόμενα του Σημηριώτη. Επιστημολογία της θεωρίας της λογοτεχνίας της πλάκας. Ερασιτεχνισμός στην ανάγνωση και αυταρχισμός στις απόψεις για να καλύπτουν την αυθαιρεσία του γούστου που πρυτάνευε. Συνεργάτες εξωθεσμικοί, φιλόσοφοι που δεν είχαν περάσει από πανεπιστήμιο, κριτικοί γεμάτοι απωθημένα, κρυψίνοια στην αποδοχή φασιστική συμπεριφορά στις αρνήσεις. Γενικά ένα περιοδικό που χαρακτηριζόταν από το σύνδρομο του κομμένου ποδιού. Κανένας δεν καυχιέται που έχει δυο πόδια, αλλά ο κουτσός και σημαδεμένος όπως λέγανε παλιά έχει χαρακτήρα κακό. Κρυφτούλι με την εξουσία κυρίως για να μην αναληφθεί η ευθύνη της και να αποφεύγεται η λογική στις διαδικασίες. Σταθερή και μόνιμη καλλιέργεια και εκμετάλλευση των διαφωνιών των συνεργατών, υπήρξε περίοδος που είχε τρία μέτωπα ανοιχτά. Μιζέρια στις γενικότερες συμπεριφορές και υπερβολική ευθιξία. Αυτό που φιλοσοφικά χαρακτηρίζεται ως μνησικακία και ο συνακόλουθος μικροαστικός μηδενισμός παρέμειναν ως το τέλος τα κύρια χαρακτηριστικά του.
Δευτέρα 31 Ιουλίου 2017
Ζήτημα πλήκτρων
Υπάρχει ένας ποιητής που παίζουμε στο ίδιο πιάνο, μα εκείνος παίζει τέσσερα πλήκτρα κι εγώ εξήντα τέσσερα. Δοκίμασε να το αντέξει το γεγονός, μέχρι και συγγνωστή λογοκλοπή έκανε ο μαύρος, αλλά τα πλήκτρα του δεν αυξάνονται. Αυτή η πίεση τον εξαρθρώνει ηθικά γιατί ξέρει πως κάποια μέρα όπως ο Μότσαρτ θα αρχίσω να ρουφάω το αίμα της ποιήσής του με το καλαμάκι και θα του τα κάνω όλα να φαίνονται δευτεράντζες.
Ροζικλέρ, δυο έργα
Μύριζε ουρία και τασάκι από τσιγάρα μα ήταν ο φτηνότερος ύπνος στην πόλη σε κουρασμένο φαντασιακό από κραιπάλη. Όπου ερχόταν η καθηγητάρα από τη Σαλονίκη που έκανε λέει ποιήτρια όποια του έβρισκε γκόμενο, για ένα λευκό μένος από μινέτο του πενήντα τέσσερα "κύριος Χριστιανόπουλος", κι εμείς σε στυλ Τζάκ Κέρουακ: "Πάρε τα ίσια σου μωρή πουστάρα μη σε σκίσω" και τον έβλεπες, με την κλωτσιά να κλαίει στον τελευταίο νιπτήρα από τις τουαλέτες, αυτόν, που πούλαγε ύφος κάθε βδομάδα στη φυλλάδα απ' το Συγκρότημα και αλήθευε εδώ, για μας που στη δική μας μέσα διαλεκτική, κοσμοπολίτες προλετάριοι, φανατικοί για γράμματα, και από μητέρας ομοφοβικοί, φυλάγαμε μια εσχάτη τρυφερότητα για το συμμαθητή που ήθελε μα φοβόταν τη διείσδυση, λάτρευε την Οδό Ονείρων και τα χέρια της Μαρία Κάλας.
Ορφέως χαμηλά
Φορτηγά
Τόσα κιβώτια θα ξεφορτώσεις,
τόσο θα πληρώσεις, τόσα
θα σου σπρώξουνε στο χέρι, η μίζα σου.
Θα πας μετά να φας σάντουιτς φλογέρα
στην καντίνα Ο Μπέμπης
με λουκάνικο και αυγά ομελέτα
κι έπειτα βγαίνεις για ωτοστόπ
για να σε πάει κανένα τρίκυκλο
ως το σταθμό του ηλεκτρικού
εκεί όπου μηδέ ποιητής
μηδέ και δημοσιογράφος πέρασε
κι είσαι μονάχα δεκαοχτώ.
Τόσα κιβώτια θα ξεφορτώσεις,
τόσο θα πληρώσεις, τόσα
θα σου σπρώξουνε στο χέρι, η μίζα σου.
Θα πας μετά να φας σάντουιτς φλογέρα
στην καντίνα Ο Μπέμπης
με λουκάνικο και αυγά ομελέτα
κι έπειτα βγαίνεις για ωτοστόπ
για να σε πάει κανένα τρίκυκλο
ως το σταθμό του ηλεκτρικού
εκεί όπου μηδέ ποιητής
μηδέ και δημοσιογράφος πέρασε
κι είσαι μονάχα δεκαοχτώ.
Νεοκλασικό
Μπήκες στο νεοκλασικό και σκάλιζες
κάτι μπουζί και ζάντες και παλιά
καρμπυρατέρ γιατί
το σπίτι με το φοίνικα
τέλειωσε σαν μηχανουργείο
κι είχε ένα γκρίζο ουρανό μολύβι
σημάδι ότι είσαι πια μακριά
χαμένος από κάθε σπίτι σου
με φορτηγά με μηχανές με ύπαρξη
με σώματα του μόχθου και του μηχανόλαδου
που δεν τους έρχονται οι λέξεις
ως το ποιητικόν της θλίψεως.
Μπήκες στο νεοκλασικό και σκάλιζες
κάτι μπουζί και ζάντες και παλιά
καρμπυρατέρ γιατί
το σπίτι με το φοίνικα
τέλειωσε σαν μηχανουργείο
κι είχε ένα γκρίζο ουρανό μολύβι
σημάδι ότι είσαι πια μακριά
χαμένος από κάθε σπίτι σου
με φορτηγά με μηχανές με ύπαρξη
με σώματα του μόχθου και του μηχανόλαδου
που δεν τους έρχονται οι λέξεις
ως το ποιητικόν της θλίψεως.
Άγιας Άννης
Η εξάτμιση διώχνει τα περιστέρια
και φυσάει μιαν αγριάδα του καπνού
στα σημαιάκια με τους Δικέφαλους Αητούς
άι Σμύρνη και άι Αϊβαλί
ψυχή μου πρόσφυγα ως διασταύρωση
με Πέτρου Ράλλη,
πετσί στο κάτουρο από παράνομα βυρσοδεψεία
κι εκείνος ο ένας
που μπορεί και να 'μαι εγώ
με μια βροχή σε σκουριασμένες λαμαρίνες
και πίσω ο αέρας και σηκώνοντας
χαρτιά σακούλες και παλιές εφημερίδες. Ποιητική
Είναι να μη μιλήσω γιατί αν μιλήσω
εκεί που τώρα καίνε τα καλώδια οι τσιγγάνοι
να βγάλουν κανα φράγκο από το μέταλλο
θα δείτε να περνάνε κάτι χρόνια μου
από δεκαοχτώ ως εικοστρία
με εικόνες που θα ανέτρεπαν
κάθε ιδέα σας για ποίηση γεμάτες
σώματα λερά φθαρμένα παλιοπάπουτσα
σώματα προορισμένα να φθαρούν ως τα σαράντα
σε κρύο τσίγκινο και ζέστα από τουβλάδικα
με ρουλεμάν βίδες και συρματόσκοινα
που θα λερώναν το ωραίο σας λεξιλόγιο.
Η εξάτμιση διώχνει τα περιστέρια
και φυσάει μιαν αγριάδα του καπνού
στα σημαιάκια με τους Δικέφαλους Αητούς
άι Σμύρνη και άι Αϊβαλί
ψυχή μου πρόσφυγα ως διασταύρωση
με Πέτρου Ράλλη,
πετσί στο κάτουρο από παράνομα βυρσοδεψεία
κι εκείνος ο ένας
που μπορεί και να 'μαι εγώ
με μια βροχή σε σκουριασμένες λαμαρίνες
και πίσω ο αέρας και σηκώνοντας
χαρτιά σακούλες και παλιές εφημερίδες. Ποιητική
Είναι να μη μιλήσω γιατί αν μιλήσω
εκεί που τώρα καίνε τα καλώδια οι τσιγγάνοι
να βγάλουν κανα φράγκο από το μέταλλο
θα δείτε να περνάνε κάτι χρόνια μου
από δεκαοχτώ ως εικοστρία
με εικόνες που θα ανέτρεπαν
κάθε ιδέα σας για ποίηση γεμάτες
σώματα λερά φθαρμένα παλιοπάπουτσα
σώματα προορισμένα να φθαρούν ως τα σαράντα
σε κρύο τσίγκινο και ζέστα από τουβλάδικα
με ρουλεμάν βίδες και συρματόσκοινα
που θα λερώναν το ωραίο σας λεξιλόγιο.
Μάρτιν Ήντεν
Θυμάσαι τη σκηνή του ατμού στο καθαριστήριο- αν
δε το διάβασες να το διαβάσεις-
ας είναι καλά οι μακρονησιώτες
γεροντάκια στην οργάνωση, κάποιοι αλκοολικοί,
να τους επιτιμά ο άκαπνος καθοδηγητής
που μου έμαθαν την αυτομόρφωση.
Δεν μπορείς να φανταστείς πως ακούγεται
το κουαρτέττο εκατόν τριάντα δύο του Μπετόβεν
μια συννεφιασμένη μέρα
από το κασετόφωνο του φορτηγού
που πάει πρακτορεία κι ύστερα Κρυονέρι στο εργοστάσιο.
Και ύστερα σταθμός του ηλεκτρικού Πλατεία Αττικής
μπάνιο στα γρήγορα κι ύστερα με την Άννα
πρώτη σειρά στου Κουν και στη Λαμπέτη.
Θα πάρουμε όλο τον πολιτισμό
του ταξικού εχθρού και ύστερα θα τον γαμήσουμε
με τα ίδια του τα όπλα. Όπερ και σε προσωπικό επίπεδο
εγένετο.
Ο Θάνατος
Ο θάνατος είναι τόσο γλυκός
που κάθε τόπος είναι άξιος για να πεθάνεις, όμως εγώ
ονειρεύτηκα μια μέρα
διασχίζοντας εγκάρσια την Αγίας Άννης
μ' ένα κορίτσι στο μηχανάκι πισωκάπουλα
να πεθάνω εκεί σαν το ανθρωποειδές
που είδε μακρινούς γαλαξίες να καίγονται
και που όσα είδε θα χαθούν
σαν δάκρυα κάτω απ΄τη βροχή.
Μα κρίνοντας μιαν άρχουσα τάξη ανάξια
με ιστορικό βάθος το χίλια εννιακόσια σαράντα δύο
σκέφτηκα με αηδία, κι άλλαξα τη σκέψη, ότι
δεν της αξίζει ούτε το θάνατό σου
να κάνεις εμετό από περιφρόνηση.
Θυμάσαι τη σκηνή του ατμού στο καθαριστήριο- αν
δε το διάβασες να το διαβάσεις-
ας είναι καλά οι μακρονησιώτες
γεροντάκια στην οργάνωση, κάποιοι αλκοολικοί,
να τους επιτιμά ο άκαπνος καθοδηγητής
που μου έμαθαν την αυτομόρφωση.
Δεν μπορείς να φανταστείς πως ακούγεται
το κουαρτέττο εκατόν τριάντα δύο του Μπετόβεν
μια συννεφιασμένη μέρα
από το κασετόφωνο του φορτηγού
που πάει πρακτορεία κι ύστερα Κρυονέρι στο εργοστάσιο.
Και ύστερα σταθμός του ηλεκτρικού Πλατεία Αττικής
μπάνιο στα γρήγορα κι ύστερα με την Άννα
πρώτη σειρά στου Κουν και στη Λαμπέτη.
Θα πάρουμε όλο τον πολιτισμό
του ταξικού εχθρού και ύστερα θα τον γαμήσουμε
με τα ίδια του τα όπλα. Όπερ και σε προσωπικό επίπεδο
εγένετο.
Ο Θάνατος
Ο θάνατος είναι τόσο γλυκός
που κάθε τόπος είναι άξιος για να πεθάνεις, όμως εγώ
ονειρεύτηκα μια μέρα
διασχίζοντας εγκάρσια την Αγίας Άννης
μ' ένα κορίτσι στο μηχανάκι πισωκάπουλα
να πεθάνω εκεί σαν το ανθρωποειδές
που είδε μακρινούς γαλαξίες να καίγονται
και που όσα είδε θα χαθούν
σαν δάκρυα κάτω απ΄τη βροχή.
Μα κρίνοντας μιαν άρχουσα τάξη ανάξια
με ιστορικό βάθος το χίλια εννιακόσια σαράντα δύο
σκέφτηκα με αηδία, κι άλλαξα τη σκέψη, ότι
δεν της αξίζει ούτε το θάνατό σου
να κάνεις εμετό από περιφρόνηση.
Σκονισμένο Χόρτο
Λύγισε όπως λένε πως μετά την καταιγίδα
τα λυγισμένα καλάμια φιλοσοφούν
δίπλα στα πεσμένα δέντρα
όταν το πήρε η εξάτμιση του τριαξονικού
λύγισε όπως τα χόρτα στην ταινία του Ταρκόβσκι
κι έπειτα πάλι στον επίμονο προσανατολισμό προς ήλιο
Έγινε ένα με τη σκόνη στα παπούτσια μου
μα τότε δεν ήξερα να φωνάξω: το σκονισμένο χόρτο
του Ριτσώνη, γιατί ο Κώστας Ριτσώνης
δεν ήταν ακόμη φίλος μου, πράγμα που δε μου
απαγορεύει να ενώσω τώρα
το χρόνο του εκείνο τον παλιό με τα χορτάρια
τα ταπεινά που σίγουρα φυτρώνουνε στον τάφο του.
τα λυγισμένα καλάμια φιλοσοφούν
δίπλα στα πεσμένα δέντρα
όταν το πήρε η εξάτμιση του τριαξονικού
λύγισε όπως τα χόρτα στην ταινία του Ταρκόβσκι
κι έπειτα πάλι στον επίμονο προσανατολισμό προς ήλιο
Έγινε ένα με τη σκόνη στα παπούτσια μου
μα τότε δεν ήξερα να φωνάξω: το σκονισμένο χόρτο
του Ριτσώνη, γιατί ο Κώστας Ριτσώνης
δεν ήταν ακόμη φίλος μου, πράγμα που δε μου
απαγορεύει να ενώσω τώρα
το χρόνο του εκείνο τον παλιό με τα χορτάρια
τα ταπεινά που σίγουρα φυτρώνουνε στον τάφο του.
Αφετηρία Ποιήματος
Ποιός σου είπε ότι δεν είχα υπολογίσει
τη μέρα που σε πήρα στα όρθια και βιαστικά
στη γκρεμισμένη αποθήκη
τα χρόνια που θα έκανε να σκάσει η ποίηση
εκείνου του καλοκαιρινού απογευμάτος
με μυρουδιά καμένου λάστιχου στη μνήμη σου.
Είναι που μου έλεγες πως σου γαμάω τον εγκέφαλο
και είπα να στο επαληθεύσω.
Σκέφτομαι ότι κάπου όπως εγώ θα εξηνταρίζεις
ξεπαιδισμένη ημικαταθλιπτική και βιβλιόφιλη
και θέλω εκεί καθώς σηκώνεις το τσουλούφι για να βλέπεις
να σε βρει το χέρι μου διασχίζοντας το χρόνο
να σου δωρίσει αυτό το ποίημα κι επιπλέον
να έχεις γίνει πια στο τέλος και άξιά του.
τη μέρα που σε πήρα στα όρθια και βιαστικά
στη γκρεμισμένη αποθήκη
τα χρόνια που θα έκανε να σκάσει η ποίηση
εκείνου του καλοκαιρινού απογευμάτος
με μυρουδιά καμένου λάστιχου στη μνήμη σου.
Είναι που μου έλεγες πως σου γαμάω τον εγκέφαλο
και είπα να στο επαληθεύσω.
Σκέφτομαι ότι κάπου όπως εγώ θα εξηνταρίζεις
ξεπαιδισμένη ημικαταθλιπτική και βιβλιόφιλη
και θέλω εκεί καθώς σηκώνεις το τσουλούφι για να βλέπεις
να σε βρει το χέρι μου διασχίζοντας το χρόνο
να σου δωρίσει αυτό το ποίημα κι επιπλέον
να έχεις γίνει πια στο τέλος και άξιά του.
Τετάρτη 26 Ιουλίου 2017
Οικογένια Χωραφά
Αυτή μαθήτρια του Μαρωνίτη, αυτός τραγουδοβραχνοκόκορας, και ο γιος τους έμαθα θέλει να πάρει μαχαίρι για να κατέβει να με σκοτώσει επειδή έκανα αρνητική κριτική σε ποιήματα της μάνας του... Και οι γονείς τον στηρίζουν... Παίξε το μπασκετάκι σου μωρό μου, και άμα βρείτε χρόνο πηγαίνετε σε κανένα ψυχίατρο οικογενειακώς. Και σεξ σας λείπει και μυαλό σας λείπει και άλλα πολλά. Και δεν πειράζει που δεν ψηφίζετε Χρυσή Αυγή. Θα ψηφίσετε όταν έρθει η ώρα. Αλίμονο από τους μαλάκες που έρχονται να σας βλέπουν να σας συγχρωτίζονται και να πληρώνουν και εισιτήριο.
Δευτέρα 10 Ιουλίου 2017
Καλύβες
Το ωτομοτρίς ασημογάλαζο με κατέβασε Προφήτης
Ηλίας. Με περίμενε η θεία η Καλλιόπη. Γιατί με έστελναν; Ποιο ήταν το
επιχείρημα; Μάλλον τα παράπονα της μάνας μου ότι είμαι ζωηρός. Με ένα
ωραίο σακιδιάκι αθηνέϊκο, δεύτερο χέρι, κυλινδρικό γαλάζιο που είχε ένα
σκοινί κι έσφιγγε στη μια πελυρά. Τα εισητήρια του τρένου ήταν από
χοντρό χαρτόνι καφέ κι άκουγες το κρακ με το ειδικό μηχάνημα που τα
τρυπούσε ο ελεγκτής με το περίκομψο πηλήκιο. Τότε δεν υπήρχε ακόμα η
σύνδεση του σταματημένου τρένου με τον
Καχτίτση. Μα εγώ πριν καν τα διαβάσω τα έζησα κατάσαρκα. Αφού σκούπισα
το μάγουλο από το σάλιο του φιλιού της θείας τραβήξαμε για την παραλία
στις καλύβες. Εκείνη κι θείος ο Μπάμπης ο αυστηρός πήγαιναν χρόνια κάθε
καλοκαίρι. Είχαν δική τους καλύβα. Το πρώτο ήταν ότι μέσα η άμμος δεν
έκαιγε. Δρόσιζε το ποδαράκι σου άμα είχες περπατήσει την παραλία με την
αμμουδιά. Μετά το φαί. Αυγά με ντομάτα γιατί είχε γκαζιέρα και
μαγείρευε. Αυτό θυμάμαι. Νερό η βίκα. Από που το έφερναν δεν κατάλαβα.
Κάποιο πηγάδι εκεί κοντά. Κατά το βράδυ μετά το μπες βγες όλη μέρα στο
νερό σου έδιναν και το φανελάκι το λευκό το αμάνικο. Μετά η νύχτα. Με το
ένα φως κάθε καλύβα με τα εμαγιέ πιάτα με το κορμί που απέδιδε τη ζέστη
που είχε φάει όλη τη μέρα. Τις πρόλαβα τις καλύβες. Αλλά γιατί με
έστελναν; Μάλλον για να με τυραννάει η μνήμη τώρα. Μάλλον για να λάμπει η
πρόθεσή τους ότι ήταν καλή, αλλά κάτι την έκανε από κοντά βία. Για να
μην διαβάζω βιβλία και να απασχολούμαι γιατί στη μάνα μου είχαν κάνει
κακό. Γιατί έτσι ήξεραν να λένε σ΄αγαπώ. Γιατί;
Θέμα και παραλλαγές
Σε μισώ μητέρα γιατί ήξερες. Γιατί μου γέμισες τη
μνήμη παγίδες δακρύων κι αγάπης για όταν δεν θα υπήρχες. Δεν με πήγες
σαν τη μητέρα του Μάρκες πίσω, δεν βρήκες μια παλιά γειτόνισσα ν'
αγκαλιαστείτε και να κλαίτε, όλα τα κλάματα τα χρέωσες σε μένα. Το
φωτογραφείο στα γενέθλια που μου έφερνε τόση ντροπή, το Θοδωράκη τον
Κινηνή, να με ψάχνει μέσα στη νύχτα στον Ανεμόμυλο για την καψούρα σου.
Σε μισώ ακόμα για εκείνη τη γυναίκα τη σκυμμένη, που όσο ζούσες δε
μιλιόσασταν, κι ήρθε στην κηδεία σου για να με τιμωρήσει μ' ένα
ολόκληρο μυθιστόρημα των ανθρώπων που δεν είχαν δρόμο για τη συγγνώμη
τους. Σε μισώ γιατί ένα στα εκατό παιδιά παίρνει στα σοβαρά της
κυκλοφορία στις φαντασιώσεις των γονιών του και μ' έκανες ένα από αυτά,
χρεοκοπημένο λέξεις και τυραννία μνήμης. Σε μισώ για τα χιλιάδες
γράμματα στην Αυστραλία και τον Καναδά που είναι μια εποποιία, ένα
μυθιστόρημα ποταμός μεγάλο όσο ο Χαμένος Χρόνος του Προυστ που ποτέ δεν
θα αντέξω να γράψω. Σε μισώ για την αφθονία των σ' αγαπώ που έσπειρες
ανάμεσα σιωπής και γραφής γιατί από ντροπή δε μπορούσες να τα μιλήσεις.
Σε μισώ για το Χήθκλιφ και τον Κουασιμόδο, κι όλους τους αμίλητους
έρωτες του κόσμου.Σε μισώ γιατί μ' έκανες να ψάχνω το ποίημα στα
τρέχοντα περιστατικά και να το βγάζω με εμβρυουλκό στην επιφάνεια της
γραφής. Μα πιο πολύ σε μισώ που με άφησες να δω την τρέλα χωρίς να πέσω
μέσα της, κι έφτασα να το δω γραμμένο στα ημερολόγια του Γκίνζμπερκ για
να το καταλάβω. Σε μισώ γιατί είχες την τεράστια βεβαιότητα ότι είμαι ο
αγαπημένος, βεβαιότητα τόση που να σε βρίσκω στα μάτια εκείνων που στο
μίσος τους έμοιαζα άτρωτος. Γι αυτό σε μισώ. Γιατί με έκανες αισθηματία
κι άτρωτο.
Αφιερωμένο
Ραδιοφωνικός σταθμός Αμαλιάδος, ακούσατε το
κήρυγμα της εβδομάδος από τον αρχιμανδρίτη Γερμανό Παρακευόπουλο.
Προορισμός το χωριό του αρχιμανδρίτη, οικία Μανεσιώτη, με το ποδήλατο
από Ευαγγελίστρια Προφήτης Ηλίας Σφαγεία Ραδιοφάρος, Ασβεσταδικό,
Τουβλάδικο, η ταβέρνα του Τιμολέα που ήρθε ο θείος από τον Καναδά και
χορεύαμε Γκελμεντέμ, του Παπαϊωνάννου, οικία Μανεσιώτη, το τελευταίο
σπίτι το ψηλό δεξιά στο δρόμο, ο θείος Δημητράκης πράος σαν άλλου κόσμου
επί πώλου όνου, και πάλι πίσω απόκριες
με ωραίο καομπόϋκο καπέλο και οπλοθήκη και η σκιά σου στο δρόμο, πορόμ
πομ πομ προμπορομπομπέρο περό και πάλι πίσω στο πρώτο καλοκαίρι από την
Αθήνα, που πήγαμε ταβέρνα και τα ήπιαμε και πιο πολύ ο Γαβρίλης, ο
τσιγγάνος πριν τον σαλέψει η κόντρα ομορφιάς και καταγωγής, εφτά
χιλιόμετρα μες στη νύχτα να κατουράμε στους τράφους τη μπύρα που είχαμε
πιει το καταπέτασμα. Που πήγα έτσι ένα μεσημέρι Κυριακής κι είχα κόψει
τον ξάδελφο το μεγάλο από την πράξη κι έβλεπα από τις σχισμές ανάμεσα
στα κουμπιά τη γυμνή της σάρκα κι αυτός προσπαθούσε να κρύψει το φρέσκο
λεκέ στο κρεβάτι... Κι ακόμη στο τρύγο που άπλωνα σταφίδα στο αλώνι και
λερώθηκα και με άφησαν με το σωβρακάκι να μου πλύνουν το παντελόνι κι
είμουνα μέσα το άγχος σαν απροστάτευτος. Τώρα περνάω για το Λατίφι που
είχε έρθει ο Κόκοτας και τρέχαν πλήθη λαών να τον ακούσουν για ένα
βράδυ. Το Γερμανό τον είδα στο δεσποτικό στην τηλεόραση ένα Πάσχα πριν
την ακολουθία της Ανάστασης, με τα μεγάλα φρύδια και τα καταστρόγγυλα
μάτια του με κάποιαν αύρα από τότε που νέος έπαιρνε το λεωφορείο για
Καρδαμά.
Κογιοακάν
Σβορώνος, Κονταριώτισσα Βροντού, Καρίτσα,
Νεοκαισάρια, βρώμικα στην καντίνα πριν το μπαρ στη Πλάκα, δόκιμε, να
πεθάνω θέλω. Έσκυψα στο τζάμι κι έπαιζε το μου ' φαγες όλα τα
δαχτυλίδια, πάει το τραγούδι, παλιό δηλητήριο, παίζαμε Ντιέγο Ριβέρα και
Φρίντα Κάλο και δεν το ξέραμε. Δύσκολο καλοκαίρι με τον ασύρματο
συχνότητα σαράντα, τραζιστοράκι να φωνάζει από μέσα η αστυνομικός,
φανταράκι ζορίζεσαι; Ξέρουν οι σκοπιές από πάθος αμίλητο που θα γίνει
ποιήματα πολύ αργότερα στο δίκαιο
καταποντισμό της ηλικίας. Φρίντα θα σου έλεγα πονάμε και σωπαίνουμε και
ιδρώνουν εικόνες αγίων από αγωνία. Αλίμονο σ' εκείνον που από επιφύλαξη
δεν είπε. Θα πάρει αμίλητο στον τάφο του που δεν αξιώθηκε αυτού του
κόσμου. Αντιστεκόμενοι στο κλάμα μάθαμε ευγένεια. Που σ' αγαπούσα
ολόσωμος και δεν ήταν. Κανένα λεωφορείο δεν έφερνε πια τίποτα. Δεν
έπρεπε να συναντηθούμε και η μοίρα έπαιξε σωστά. Η αγάπη πέφτει σαν
προβολέας που σαρώνει άδεια στρατόπεδα. Χασαποταβένες, περίπτερα με
πολύχρωμα σωσίβια, γούνες, λαϊκή τέχνη, λούνα παρκ. Όπως θέλετε πάρτε το
μα κάποτε ερωτεύτηκα ένα κορίτσι που έμοιαζε στη Φρίντα Κάλο. Ίσως να
με ερωτεύτηκε κι αυτό, πότε δεν έμαθα ποτέ δε ρώτησα έγραψα μόνο. Και
τώρα γράφω για να πω ότι έγραψα. Que no hubo sol para nosotros. Κογιοακάν θα πει δόκιμε, γάμησέ τα και μην τα ψάχνεις.
Τρίτη 4 Ιουλίου 2017
Τετάρτης Ιουλίου
Κι εκεί που στήθηκε η βαμπ
για τη φυλλάδα του αδελφάτου
φαλτσάρει λίγο η φωτογραφία
και βλέπεις λαϊκό προάστιο στο βάθος
με τα βυζάκια της στην πλάτη του
σε μηχανάκι πισωκάπουλα
γκαζιές ως κάτω
στη ναυπηγοεπισκευαστική
που να μυρίζει από μουνάκι υγραμένο
και στουπί πετρέλαιο.
Αχ κόρες της Στέφης
και δεν ξέρετε τη Στέφη
κόρες της Πέτρου Ράλλη
ορφανές του ποιήματος.
Καλύβες
Το ωτομοτρίς ασημογάλαζο με κατέβασε Προφήτης Ηλίας. Με περίμενε η θεία η Καλλιόπη. Γιατί με έστελναν; Ποιο ήταν το επιχείρημα; Μάλλον τα παράπονα της μάνας μου ότι είμαι ζωηρός. Με ένα ωραίο σακιδιάκι αθηνέϊκο, δεύτερο χέρι, κυλινδρικό γαλάζιο που είχε ένα σκοινί κι έσφιγγε στη μια πελυρά. Τα εισητήρια του τρένου ήταν από χοντρό χαρτόνι καφέ κι άκουγες το κρακ με το ειδικό μηχάνημα που τα τρυπούσε ο ελεγκτής με το περίκομψο πηλήκιο. Τότε δεν υπήρχε ακόμα η σύνδεση του σταματημένου τρένου με τον Καχτίτση. Μα εγώ πριν καν τα διαβάσω τα έζησα κατάσαρκα. Αφού σκούπισα το μάγουλο από το σάλιο του φιλιού της θείας τραβήξαμε για την παραλία στις καλύβες. Εκείνη κι θείος ο Μπάμπης ο αυστηρός πήγαιναν χρόνια κάθε καλοκαίρι. Είχαν δική τους καλύβα. Το πρώτο ήταν ότι μέσα η άμμος δεν έκαιγε. Δρόσιζε το ποδαράκι σου άμα είχες περπατήσει την παραλία με την αμμουδιά. Μετά το φαί. Αυγά με ντομάτα γιατί είχε γκαζιέρα και μαγείρευε. Αυτό θυμάμαι. Νερό η βίκα. Από που το έφερναν δεν κατάλαβα. Κάποιο πηγάδι εκεί κοντά. Κατά το βράδυ μετά το μπες βγες όλη μέρα στο νερό σου έδιναν και το φανελάκι το λευκό το αμάνικο. Μετά η νύχτα. Με το ένα φως κάθε καλύβα με τα εμαγιέ πιάτα με το κορμί που απέδιδε τη ζέστη που είχε φάει όλη τη μέρα. Τις πρόλαβα τις καλύβες. Αλλά γιατί με έστελναν; Μάλλον για να με τυραννάει η μνήμη τώρα. Μάλλον για να λάμπει η πρόθεσή τους ότι ήταν καλή, αλλά κάτι την έκανε από κοντά βία. Για να μην διαβάζω βιβλία και να απασχολούμαι γιατί στη μάνα μου είχαν κάνει κακό. Γιατί έτσι ήξεραν να λένε σ΄αγαπώ. Γιατί;
Θέμα και παραλλαγές
Σε μισώ μητέρα γιατί ήξερες. Γιατί μου γέμισες τη μνήμη παγίδες δακρύων κι αγάπης για όταν δεν θα υπήρχες. Δεν με πήγες σαν τη μητέρα του Μάρκες πίσω, δεν βρήκες μια παλιά γειτόνισσα ν' αγκαλιαστείτε και να κλαίτε, όλα τα κλάματα τα χρέωσες σε μένα. Το φωτογραφείο στα γενέθλια που μου έφερνε τόση ντροπή, το Θοδωράκη τον Κινηνή, να με ψάχνει μέσα στη νύχτα στον Ανεμόμυλο για την καψούρα σου. Σε μισώ ακόμα για εκείνη τη γυναίκα τη σκυμμένη, που όσο ζούσες δε μιλιόσασταν, κι ήρθε στην κηδεία σου για να με τιμωρήσει μ' ένα ολόκληρο μυθιστόρημα των ανθρώπων που δεν είχαν δρόμο για τη συγγνώμη τους. Σε μισώ γιατί ένα στα εκατό παιδιά παίρνει στα σοβαρά της κυκλοφορία στις φαντασιώσεις των γονιών του και μ' έκανες ένα από αυτά, χρεοκοπημένο λέξεις και τυραννία μνήμης. Σε μισώ για τα χιλιάδες γράμματα στην Αυστραλία και τον Καναδά που είναι μια εποποιία, ένα μυθιστόρημα ποταμός μεγάλο όσο ο Χαμένος Χρόνος του Προυστ που ποτέ δεν θα αντέξω να γράψω. Σε μισώ για την αφθονία των σ' αγαπώ που έσπειρες ανάμεσα σιωπής και γραφής γιατί από ντροπή δε μπορούσες να τα μιλήσεις. Σε μισώ για το Χήθκλιφ και τον Κουασιμόδο, κι όλους τους αμίλητους έρωτες του κόσμου.Σε μισώ γιατί μ' έκανες να ψάχνω το ποίημα στα τρέχοντα περιστατικά και να το βγάζω με εμβρυουλκό στην επιφάνεια της γραφής. Μα πιο πολύ σε μισώ που με άφησες να δω την τρέλα χωρίς να πέσω μέσα της, κι έφτασα να το δω γραμμένο στα ημερολόγια του Γκίνζμπερκ για να το καταλάβω. Σε μισώ γιατί είχες την τεράστια βεβαιότητα ότι είμαι ο αγαπημένος, βεβαιότητα τόση που να σε βρίσκω στα μάτια εκείνων που στο μίσος τους έμοιαζα άτρωτος. Γι αυτό σε μισώ. Γιατί με έκανες αισθηματία κι άτρωτο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)