Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Κογιοακάν

Σβορώνος, Κονταριώτισσα Βροντού, Καρίτσα, Νεοκαισάρια, βρώμικα στην καντίνα πριν το μπαρ στη Πλάκα, δόκιμε, να πεθάνω θέλω. Έσκυψα στο τζάμι κι έπαιζε το μου ' φαγες όλα τα δαχτυλίδια, πάει το τραγούδι, παλιό δηλητήριο, παίζαμε Ντιέγο Ριβέρα και Φρίντα Κάλο και δεν το ξέραμε. Δύσκολο καλοκαίρι με τον ασύρματο συχνότητα σαράντα, τραζιστοράκι να φωνάζει από μέσα η αστυνομικός, φανταράκι ζορίζεσαι; Ξέρουν οι σκοπιές από πάθος αμίλητο που θα γίνει ποιήματα πολύ αργότερα στο δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας. Φρίντα θα σου έλεγα πονάμε και σωπαίνουμε και ιδρώνουν εικόνες αγίων από αγωνία. Αλίμονο σ' εκείνον που από επιφύλαξη δεν είπε. Θα πάρει αμίλητο στον τάφο του που δεν αξιώθηκε αυτού του κόσμου. Αντιστεκόμενοι στο κλάμα μάθαμε ευγένεια. Που σ' αγαπούσα ολόσωμος και δεν ήταν. Κανένα λεωφορείο δεν έφερνε πια τίποτα. Δεν έπρεπε να συναντηθούμε και η μοίρα έπαιξε σωστά. Η αγάπη πέφτει σαν προβολέας που σαρώνει άδεια στρατόπεδα. Χασαποταβένες, περίπτερα με πολύχρωμα σωσίβια, γούνες, λαϊκή τέχνη, λούνα παρκ. Όπως θέλετε πάρτε το μα κάποτε ερωτεύτηκα ένα κορίτσι που έμοιαζε στη Φρίντα Κάλο. Ίσως να με ερωτεύτηκε κι αυτό, πότε δεν έμαθα ποτέ δε ρώτησα έγραψα μόνο. Και τώρα γράφω για να πω ότι έγραψα. Que no hubo sol para nosotros. Κογιοακάν θα πει δόκιμε, γάμησέ τα και μην τα ψάχνεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου