Τετάρτη 28 Μαρτίου 2018

Ποίηση της έξωθεν μαρτυρίας και ποίηση κειμένου.

Όταν αποφασίζουν οι μάνατζερ του πολιτισμού το πράγμα αποκτά πανευρωπαϊκή ομοιομορφία. Στον εδώ μετριότατο αναυθεντικό ποιητή που προβάλλεται αντιστοιχούν ποιητές αναυθεντικοί και μέτριοι από κάθε χώρα, οι οποίοι και αλληλοαναγνωρίζονται. Γι αυτό υπάρχει η ανάγκη να κάνουμε ένα διαχωρισμό σε ποιητές της έξωθεν καλής μαρτυρίας και σε ποιητές κειμένου. Οι πρώτοι είναι οι συμβατοί στους μηχανισμούς δημοσιότητας, οι δεύτεροι συμβατοί με την ουσία της τέχνης της ποιήσεως. Δεν θα βρούμε αληθινούς ποιητές στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων παρά μονάχα καταχρηστικά και από τύχη. Γι αυτό αν θέλουμε να μεταφράσουμε ή να επικοινωνήσουμε με έναν αληθινό νέο ποιητή, υπάρχουν και τέτοιοι, θα πρέπει να μπούμε στον κόπο της αναζήτησης ιδίοις όμμασιν και επί των κειμένων, για να παρακάμψουμε την οργανωμένη φενάκη που καλύπτει την επιφάνεια. Και εννοείται η ψαλίδα αναγνωρισμένης και αληθινής ποίησης δεν είναι ίδια για κάθε χώρα, αλλά υπάρχουν κάποια στοιχεία αναγνώρισης της αναυθεντικότητας: Πρώτα πρώτα η κατευθυνόμενη από τα Ινστιτούτα Πολιτισμού ποίηση, δεύτερον η αποδεκτή σε μεγάλες εκθέσεις βιβλίου, τρίτον η πανεπιστημιακά προτεινόμενη ως καινούρια ποίηση. Έτσι θα καταφέρουν οι νόες οι ικανοί να προσεγγίσουν την σήμερα γραφόμενη ποίηση, μην περιμένοντας το χρόνο να βυθίσει στη λήθη τη φενακισμένη και  προβαλλόμενη με την έξωθεν καλή μαρτυρία του παρόντος. Είπαμε, οι νόες οι ικανοί κι όχι τα τσουτσέκια που θέλουν να εκθλίψουν δύναμη και από της μάνας τους το γάλα. Προσκυνώ.

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2018

Μπίλι ΜακΚίνον, Ένας δρόμος στην Αθήνα

29134542_1540675412711826_1039798544_n

Δύο χαρακτηριστικά που θα μπορούσαμε ίσως να γενικεύσουμε σε ξένους που γράφουν για την Ελλάδα: Το ένα είναι η παραπομπή σε συμφωνημένα υπονοούμενα της αρχαίας μυθολογίας ή ιστορίας, μαθημένα μάλλον από την στοιχειώδη εκπαίδευση στη χώρα τους. Το δεύτερο είναι ο χαμηλόφωνος τόνος, η αποφυγή κάθε υψηγορίας. Κανένα πεπρωμένο ποιητή δεν κουβαλάει ο γράφων που να τον κάνει να υψώνεται στις μύτες των ποδιών, πράγμα που κάνει δικούς μας ποιητές σαν υστερικές γεροντοκόρες κάποιες φορές, αποικιακά θύματα ενός ξεθυμασμένου ρομαντισμού.
Ο ΜακΚίνον στην ενότητα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή Ένας Δρόμος στην Αθήνα, μας προτείνει αυτόν το δρόμο σαν παροντοποιημένες συναντήσεις με το μυθικό. Και το μυθικό συναντάται στα σαρίδια των γεγονότων και στα επιμέρους. Δυο σπουργίτια που τρώνε ψίχουλα σε ένα εστιατόριο είναι ταυτοχρόνως σύγχρονα και αρχαία γιατί είναι εκτός Ιστορίας.
Το δεύτερο μέρος Η Εποχή των Ροδιών αποτελεί κατα τη γνώμη μου και την κορύφωση του βιβλίου καθώς στοιχεία μιας φιλοσοφίας του βίου μάλλον Στωϊκής εκφράζονται με την αναπόφευκτη παρουσία του θανάτου και την απαλυντική επενέργεια της ενατένισης της Φύσης. Ο ποιητής κοιτάζει στοχάζεται και θυμάται σε ταυτοχρονία.
Το τρίτο μέρος και το πιο μεγαλύτερο σε όγκο με τίτλο Collected, απoτελείται από μια σειρά ποιήματα που θα μπορούσαμε να τα πούμε περιστασιακά ή περιδιάβασης. Το ποιητικό εγώ μαλακώνει και εγκαταλείπει κάθε προσπάθεια επιβολής στο περιστατικό, γιατί η περιπλάνηση είναι ο καινούριος τρόπος να υπάρχουμε με ανοχή στα φαινόμενα αλλά και εσωτερική διατήρηση των συναισθηματικών απηχήσεών τους.
Η μετάφραση της Γεωργίας Οικονομοπούλου διαχειρίζεται με πλήκτρα απαλά τον αγγλικό στίχο, τον οποίο οι ειδήμονες μπορούν να διαβάσουν και στο πρωτότυπο, αφού η έκδοση είναι δίγλωσση.
Ελπίζω στην εμφάνιση τέτοιων ποιητών στη χώρα, διότι όπως προανέφερα, η ελληνική ποίηση κινείται σε υστερικά υψηλούς τόνους ακόμα και στην εκδοχή της των ευφυολογημάτων. Μια καλή προσγείωση, δηλαδή έδραση στην πραγματικότητα, χαμήλωμα ενός ανιάτως και αναιτίως πάσχοντος εγώ, θα μπορούσε να δώσει αξία και στις ποιητικές εκτοξευόμενες ουτοπίες, οι οποίες όλο και πιο συχνά μοιάζουν με παρανοϊκά παραληρήματα.
Η ποίηση του Μπίλι ΜακΚίνον είναι εκτός των άλλων κι ένα καλό σχολείο ταπεινότητας, χρήσιμο για την ελληνικά ποίηση, ώστε να γίνει από εκτοξευόμενη εκφραζόμενη.

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2018

Ο κοινωνικός αληθωρισμός

Αν ρωτήσεις Έλληνα που ανήκει ταξικά θα σου πει:Μεσσαία τάξη και προς τα πάνω. Άλλη τάξη στην Ελλάδα δεν υπάρχει. Αυτή η δυσανεξία να τοποθετηθεί κοινωνιολογικά εξω από αυτό σχήμα, κάνει αυτούς που πραγματκά ανήκουν σε αυτήν την τάξη να το ζουν και τους άλλους να το φαντασιώνονται σε μια ζωή έντονα φενακισμένη και παθολογική. Στα πλαίσια αυτής της φαντασίωσης και των αναπληρώσεων της κι νείται και η ποίηση ως ο συντομόττερος και φτηνότερος τρόπος καταξίωσης. Κατα το μέτρο της ματαιοδοξίας και της γραμματοσύνης του ο καθείς ανταποκρίνεται. Προεξάρχει η συντεχνία μαφία των κάθε είδους εκπαιδευτικών, οι οποίοι ως γνωστόν έχουν την κατώτατη θέση στην κλίμακα των ελίτ. Κι έτσι τα τελευταία χρόνια έχουμε μια ποίηση που είναι συνέχεια του τοπίου της σχολικής αίθουσας. Οι πρώτες φωνές  αυτών που ραπάρουν και που είναι οι μόνοι αυθεντικοί νεοι ποιητές της εποχής τα χώνουν κιόλας. Οι μικροαστοί εκπαιδευτικοί μαυλίζουν μεταπτυχιακούς ατάλαντους για να εξασφαλίσουν τη συνδικαλιστική διαδοχή του πράγματος. Στο βαθμό που το συνειδητοποιείς χαράσεις γραμμές και σου μένει η αληθινή ΄ποίηση της εποχής που είναι ακριβώς όση πρέπει για έναν πληθυσμό δέκα εκατομμυρίων ψυχών.

Το Κλέφτικο του Γιώργου Πρεβεδουράκη

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απόσβεση της υπαρξιακής ευθύνης του ποιήματος και η ανάθεσή της σαν όχημα σε δάνεια υπαρξιακή ευθύνη απελευθερώνει το λεκτικό. Το ξέρουν και οι μεταφραστές αυτό. Μετάφραση είναι λεκτικό χωρίς υπαρξιακή ευθύνη. Το πλαγιάρισμα, το παστίς, η μίμηση κάνει ακριβώς το ίδιο. Μας δίνει ένα δρόμο υπαρξιακής ευθύνης, από τον οποίο μπορούμε να αποκλίνουμε κατά βούλησιν ξοδεύοντας το λεκτικό μας, αλλά χωρίς τη σωματική υποστήριξη στα λεγόμενά μας. Είναι λίγο σαν το πέταλο στον τοίχο του επιστήμονα που προστατεύει κι αυτούς που δεν πιστεύουν. Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι τα αποτελέσματα μπορεί να είναι ενδιαφέροντα. Το ζήτημα είναι ότι το υπαρξιακό στοιχείο του ποιήματος είναι δάνειο. Και το ποίημα που παράγεται έτσι αποτελεί μιαν εργαλειοποίηση της οντικής του σημασίας. Η οποιά είναι φενάκη. Μοιαζει λίγο με τις ρητορικές της Βουλής των Εφήβων που καμία επίδραση δεν έχουν στην πραγματικότητα, απλώς εξαντλούν το λεκτικό των φορτισμένων με καλές προθέσεις ομιλητών. Το περιεχόμενο αυτής της ποίησης είναι φενακισμένος ρομαντισμός με ανεδαφικές υψηγορίες. Λεκτική σπατάλη ανέυθυνη. Που το πεδίο αναφοράς της περιέχει φαντασιακά υπονοούμενα στα όρια μιας παθολογίας όπου η κενολογία δράσης συμβαδίζει με τον έσχατο καθημερινό κομφορμισμό. Με το δεδομένο ότι υπάρχει πάντα το Ουρλιαχτό του Γκίνσμπεργκ σαν λυδία λίθος όπου  γειώνεται το Κλεφτικο, μπαίνουμε σε μια περιοχή όπου ο λόγος της υστερίας αξιώνει την παρουσία του ως ποίηση. Σε μιαν εποχή πληθικής γραφής το άνοιγμα στην απομίμηση είναι ακριβώς ότι χρειάζεται για να αυξήσει την εντροπία των γραφομένων ως την ασημία. Γεγονός που ρίχνει τον ποιητή στο κεντρο της αναυθεντικότητας καθώς το αναγνωρίσιμο εγώ γίνεται ένα χταπόδι με πλοκάμια σε κείμενα άλλων εγώ, ως την τελική διάλυσή του. Πρόκειται για εργαλειοποίηση του ποιητικού λόγου, καραόκε, ή άνοδος του δικαιώματος της φωτογράφισης σε ποιητικό επίπεδο. Η απειλή της διάλυσης είναι παρούσα στην ελάχιστη συνειδητοποίηση αυτής της γλωσσικής εκτόνωσης, όπου άσημα υλικά αφήνονται να κινηθούν από τον ίδιο το μηχανισμό διάδοσης της ποίησης για να θριαμβέυσει ώς μέσον εις βάρος του ποιητικιού υλικού. Τρόποι φερμένοι από τις εικαστικές τέχνες μικρές αναβολές χρόνου προς το τελικό αδιέξοδο.

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2018

Γιάννης Τσίγκρας, ΠΟΙΗΜΑΤΑ



Εννιακόσιες εξήντα σελίδες, χίλια τετρακόσια περίπου ποιήματα. 
Το βιβλίο εκδόθηκε με προαγορές.

Ανοιχτό και για το φιλόλογο που θα ήθελε να ασκήσει
την επιστήμη του.

Σας ευχαριστούμε από καρδιάς, όλους όσους συνέβαλαν.

Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

Η Κλήση και η Απόβλεψη

2

Σέρνεις μια γραμμή και η βία της χωρίζει, αποδώ την απόβλεψη, αποκεί την κλήση. Η απόβλεψη είναι καταφατική. Η κλήση είναι αποφατική. Η απόβλεψη λέει: θα κάνω τόσα βήματα και θα γίνω ποιητής. Η κλήση λέει: δεν θέλω να γράφω, με σκοτώνει, αλλά δεν μπορώ να μη γράφω. (Κλήση και απόβλεψη δεν υπάρχουν σε καθαρή μορφή. Ποσοτικά φαινόμενα είναι που όμως χαρακτηρίζουν. Ό ποιητής της κλήσης βάζει κάποτε απόβλεψη και ο ποιητής της απόβλεψης κάποτε έχει μια στάλα κλήση που του χαρίζει η επιθυμία του για δύναμη από την ποίηση)Η κλήση είναι ο Μότσαρτ, η απόβλεψη ο Σαλιέρι. Η κλήση είναι αντικοινωνική και αντιεξουσιαστική, η απόβλεψη είναι ο δαίμων την αγοράς, θέλει αγορά και εξουσίες. Η κλήση θέλει ένα ακόμα βιβλίο. Η απόβλεψη θέλει μια ακόμα ανθολογία. Η κλήση τρέχει με το χρόνο. Η απόβλεψη τρέχει με τον κόσμο. Η κλήση σε κάνει να κοιμάσαι στην ψάθα. Η απόβλεψη σε κάνει επιτυχημένο. Αλλά και στη μικροκλίμακα του βιβλίου και του ίδιου του ποιήματος το πράγμα γίνεται από κλήση και απόβλεψη. Γιατί η κλήση είναι το αδίδακτο και η απόβλεψη το διδακτό. Η κλήση είναι κατοχή και δέρνει ταπεινότητα, η απόβλεψη είναι προβολή ματαιοδοξίας. Η κλήση δεν ξέρει. Η απόβλεψη ξέρει παραπάνω απόσα χρειάζεται. Η απόβλεψη είναι για την κλήση δηλητήριο που πρέπει να το κάνει άρωμα. Η κλήση είναι για την απόβλεψη δάγκωμα χειλιών και φθόνος. Η απόβλεψη είναι για τις ιστορίες της λογοτεχνίας η κλήση είναι για το άχρονο της ποιήσεως. Η κλήση είναι η χάρη. Η απόβλεψη είναι η βαρύτητα. Η απόβλεψη έχει υψηλή ενέργεια και η κλήση χαμηλή. Το ζήτημα του αληθινού ποιητή, παραφράζοντας τη Σιμόν Βέιγ, είναι να δώσει την ενέργεια της απόβλεψης στην κλήση.

Ο Αλκοολικός Ψυχίατρος σε νέες περιπέτειες

Εγώ έτοιμάζω βιβλίο με τα αποθηκευμένα σχόλια στο δικτυακό του χώρο, κι αυτός  τα σβήνει για να μην τα βρίσκουν έξω από το βιβλίο… Απο που είσαι μανάμ, απ’ το Καζακλάρ:;

Από τη στιγμή αυτή το Ο Αλκοολικός Ψυχίατρος, γίνεται τίτλος βιβλίου με τελείως απρόσωπα και τυχαία χαρακτηριστικά. Η αντίφαση ενός εξαρτημένου που μέρος της δουλειάς του είναι να αντιμετωπίζει τις εξαρτήσεις των άλλων, είναι τόσο σύγχρονη που αν την έλεγα στο Γιάννη Βαρβέρη δεν θα είχε γράψει τον κο Φογκ.
Το βιβλίο θα είναι χαρισμένο στο Σπύρο Αραβανή που έγραψε κι αυτός ένα βιβλίο  του ουτιδανού καθημερινού ανθρώπου.  Το μότο θα είναι από τον Ελπήνορα του Σεφέρη: Μπορείς να τον χαρακτηρίσεις ανθρωπάκο, αλλά είναι και πρόξενος κακού που έχει αλλού τις ρίζες του. Θα τον αφήσω να κλίνει κατά τη διάρκεια της γραφής προς την κωμική βαρύτητά του χωρίς άλλες προϊδεάσεις.
Η επίκληση τουν Κισώτου του Μαγκήσιου ας είναι βοηθός. Γιατί το πρυτανεύον χαρακτηριστικό του ήρωά μου είναι ότι πρόκειται για διεφθρμένο από αναγνώσεις.

Σάββατο 17 Μαρτίου 2018

Ο ΤΖΙΑΚΟΜΟ ΚΑΖΑΝΟΒΑ ΔΕΧΕΤΑΙ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΥ ΠΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΣΤΗ ΒΟΗΜΙΑ, Ο ΚΟΜΗΣ ΤΟΥ ΒΑΛΣΤΑΪΝ του Αντόνιο Κολίνας

487782_628319520517851_728066052_n

Ακούστε με, Κύριε, έχω τα μέλη θλιμμένα.
Με τη Γαλλική Επανάσταση σιγά σιγά πεθαίνουν
οι λιγοστοί μου φίλοι. Κοιτάξτε με, έχω διατρέξει
τις χώρες του κόσμου, τις φυλακές του κόσμου,
τα στρώματα, τους κήπους, της θάλασσες, τα μοναστήρια,
και είδα πως δεν δέχονται την καλή μου θέληση.
Υπήρξα αββάς ανάμεσα στα τείχη της Ρώμης κι ήταν όμορφο
να είμαι στρατιώτης στις φλογισμένες νύχτες στους Κορφούς.
Κάποιες φορές έχω γρατζουνίσει λιγάκι το βιολί
κι εσείς γνωρίζετε, Κύριε, πως τρέμει η Βενετία
με τη μουσική και φλέγονται τα νησιά και οι τρούλοι.
Ακούστε με, Κύριε, απ' τη Μαδρίτη ως τη Μόσχα
ταξίδεψα ματαίως, με κυνηγούν οι λύκοι
της Ιεράς Εξέτασης, σέρνω έναν τυφώνα από γλώσσες
πίσω μου, από γλώσσες όλο δηλητήριο.
Κι εγώ μονάχα θέλω να σώσω την καθαρότητά μου,
να χαμογελώ στο φως κάθε καινούριας μέρας,
να δείχνω το σταθερή μου φρίκη σ' όλα όσα πεθαίνουν.
Κύριε, εδώ θα μείνω στην βιβλιοθήκη σας,
θα μεταφράζω Όμηρο, θα γράφω για τις μέρες μου τις περασμένες,
θα ονειρεύομαι με τα σεράγια τα γαλάζια της Κωνσταντινούπολης.

Μετ. Β. Λ.

Βασίλης Λαλιώτης, ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΜΙΧΟΥ



2018-03-17 18_27_00-mixos - PDF-XChange Viewer

Ποιητική και Πολιτική Ηθική
σε θραύσματα

QUÉ DIJO ANTINOO, de Vasilis Laliotis

No tengo sentimientos
excepto solo para las piedras

No tengo amigos
excepto solo mis cuatro paredes

No tengo sueños
excepto solo el filo de la memoria en mi cuerpo

No tengo luz
excepto solo la herida del sol en mis entrañas

Es tiempo entonces para bajar al mercado
y regatear mi nueva máscara

Así habló
la última noche Antinoo.
En todo caso en el mercado
nadie por la mañana lo encontró

Muchos siglos después
(para su propio tiempo)
tomó además el un puesto en el museo.
Trad. V.L.