Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Τρία Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα

1.
Η μάνα σου είχε πάει στην Αθήνα, η θεία σου η Βάσω έλειπε, και πήγα στο σπίτι κάτω από τις γραμμές του τρένου να κοιμηθούμε μαζί. Τα κάλαντα άρχισαν από τις τέσσερις και σηκωνότανε να δώσει λεφτά σε όλους. Του λέω:δεν βαριέσαι να σηκώνεσαι; Μου λέει: Θα ζούμε του χρόνου να τους ξαναδώσουμε. Την επόμενη χρονιά πέθανε, δεν πρόλαβε Χριστούγεννα.

2.
Νυσταγμένος ξενυσταγμένος είπα θα πάω να κάνω Χριστούγεννα. Έφτασα στα σκαλιά στην εκκλησία. Ο νεωκόρος, που τον ήξερα κι ήταν από την Ακράτα και τα είχαμε πει, με πιάνει στην είσοδο: Τα μαθες, πάει ο δικός σου, ο Αργύρης λέω, στουκάρησε με αμάξι έξω από το σπίτι του και σκοτώθηκε.

3.
Πήγαμε να πάρουμε τον παπά Γιάννη από το Καρακούζι και να πάμε όλοι μαζί για τα Λαυδέϊκα. Στριμωχτήκαμε στο ματρακά. Δεν ήταν το κρύο η υγρασία ήταν. Φτάσαμε στην εκκλησία. Κανείς. Άνοιξε ο παπα Γιάννης, φόρεσε το πετραχείλι, άνοιξε την πόρτα της ωραίας πύλης. Όσο θα κάνω να διαβάσω τον εξάψαλμο τόσο θα κάνει ο Θεός να κρίνει τις ψυχές στη Δευτέρα Παρουσία. Ήρθαν οι πρώτες γριές και για να φύγω από τη νύστα που με μέλωνε, χασμουριόμουνα και δάκρυζαν τα μάτια, βγήκα έξω. Ένα χορτάρι με δροσιά σαν να μην το είχα δει άλλη φορά. Έκανα τρία βήματα. Τα παπούτσια μούσκεμα. Ξαναμπήκα στη εκκλησία. Τα κουδουνάκια του θυμιατού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου